Αλεξάνδρα Μάμμα: Ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής;

Αλεξάνδρα Μάμμα: Ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής;

Επισκοπώντας τις αποφάσεις των δικαστηρίων των τελευταίων ετών διαπιστώνουμε ότι η κρίση για απαλλαγή του δράστη λόγω άμυνας ή η  ηπιότερη τιμώρησή του λόγω του ότι παρασύρθηκε στην πράξη του από αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθήματος με βάση το άρθρο 299 παρ.2 ΠΚ εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες τέλεσης της πράξης και είναι πιθανό πλειοψηφία και μειοψηφία της σύνθεσης των δικαστών να ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα και να οδηγούνται σε αντίθετο συμπέρασμα.

Αναλύει
η ποινικολόγος
Αλεξάνδρα
Μάμμα

 

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει  η κρίση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιά σε μια  περίπτωση ανθρωποκτονίας στην οποία προβλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορουμένου οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί ότι η ανθρωποκτονία τελέστηκε σε κατάσταση άμυνας ή αν αυτό δεν γίνει δεκτό εν βρασμώ ψυχικής ορμής, περίπτωση κατά την οποία η ποινή είναι πολύ μικρότερη απ’ ότι αν η ανθρωποκτονία τελέστηκε με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

 Επρόκειτο για δύο γείτονες στην περιοχή του Περάματος μεταξύ των οποίων υπήρχαν ασήμαντες μικροδιαφορές, κυρίως όσον αφορά την ιδιοκτησία τους, ο ένας ήθελε να διώξει τον άλλο από την περιοχή. Το θύμα συνήθιζε να προσπαθεί να δημιουργήσει αναστάτωση στον κατηγορούμενο αφαιρώντας μικροαντικείμενα που αυτός τοποθετούσε στην είσοδο η εν γένει στις πόρτες του σπιτιού του.

Ένα βράδυ που ο κατηγορούμενος επέστρεψε μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα σπίτι του, διαπίστωσε ότι έλειπαν κάποια νοβοπάν που κάλυπταν την είσοδό του και κάποια υποστηρίγματα που είχε τοποθετήσει στα κενά της πόρτας για να τα καλύψει, χωρίς να αντιδράσει  φωνάζοντας ή εκδηλώνοντας θυμό , άρχισε να αποκαθιστά τις μικροφθορές που είχε προκαλέσει στην κατοικία του το θύμα.   Τότε το θύμα που ήδη  είχε προσβάλλει το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου  και εκδηλώσει επιθετική διάθεση απέναντί του, άρχισε να φωνάζει « ρε πούστη θα κατέβω και θα σε γαμήσω» και κινήθηκε προς το μέρος του απειλητικά.

Ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα φοβήθηκε και κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο, αφού προηγουμένως πήρε μαζί του ένα ξύλινο καδρόνι. Όταν το θύμα πλησίασε και πήγε να παραμερίσει το θάμνο πίσω από τον οποίο ήταν κρυμμένος ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος αιφνιδιαστικά του κατάφερε δύο σφοδρά χτυπήματα στο στήθος με το καδρόνι και τουλάχιστον 4-5 σφοδρά χτυπήματα στο κεφάλι .

Αμέσως μετά, προκειμένου να καλύψει την πράξη του και να μην εγερθούν υποψίες στο πρόσωπό του αφού το θύμα κείτονταν νεκρό έξω από το σπίτι του , επιχείρησε να το  μεταφέρει από το σημείο στο οποίο είχε επέλθει ο θάνατός του και το έσυρε σε απόσταση 40-50 μέτρων πάνω σε πέτρες και βράχους , εγκαταλείποντάς το μετά από δεκαπέντε λεπτά σε πλάτωμα του βουνού, γυμνό, αφού από το σύρσιμο είχε η βγει η μπλούζα που φορούσε και είχε κατέβει το παντελόνι στο ύψος των αστραγάλων.

Σε αυτό το χρονικό σημείο και ενώ το θύμα ήταν ήδη νεκρό, ο κατηγορούμενος προέβη και σε στραγγαλισμό του. Κατά την απολογία του ο δράστης,  αρνήθηκε ότι είχε πρόθεση να σκοτώσει το θύμα. Προκειμένου να απαλλαγεί από το αδίκημα της τελέσεως ανθρωποκτονίας που απειλείται με ισόβια κάθειρξη με βάση του άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ προέβαλε του εξής ισχυρισμούς:  

  • Ισχυρίστηκε ότι χτύπησε το θύμα με το καδρόνι γιατί προηγουμένως τον είχε απειλήσει φραστικά και φοβήθηκε ότι όταν ήρθε προς το μέρος του κρατούσε πιστόλι ή μαχαίρι, κάτι το οποίο μόνο υπέθεσε , καθώς λόγω του σκότους δεν είχε ορατότητα.
  •  Επίσης ισχυρίστηκε ότι το θύμα μετά τα πρώτα χτυπήματα που δέχτηκε στο στήθος επιχείρησε να του πετάξει πέτρα και τότε αυτός ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, άρχισε να τον χτυπάει με το καδρόνι στο κεφάλι , χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς που χτυπάει , αφού επικρατούσε σκοτάδι. Το επιχείρημα αυτό είχε ακριβώς σαν στόχο να αποδείξει ότι δεν είχε δόλο να προβεί σε πράξη η οποία θα οδηγούσε ευθέως στο θάνατο του θύματος και ότι προέβη σε επανειλημμένα χτυπήματα προκειμένου να αποκρούσει επίθεση που ίδιος δεχόταν από το θύμα.

Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί άμυνας που στόχευαν στο να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του και να απαλλαγεί. Έκρινε ότι οι συνθήκες τέλεσης της πράξης αναδεικνύουν ότι είχε ανθρωποκτόνο δόλο και ότι δεν βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας. Την κρίση του αυτή τη στήριξε στην αντιφατικότητα των ισχυρισμών του κατηγορουμένου:

Αν και ισχυρίστηκε ότι επικρατούσε σκοτάδι και δεν έβλεπε που χτυπούσε, παρόλα αυτά μπόρεσε να δει ότι το θύμα επιχείρησε να του πετάξει πέτρα . Δέχτηκε επίσης ότι  η επικαλούμενη ενέργεια του θύματος, να ρίξει πέτρα προς το μέρος του κατηγορουμένου συνηγορεί υπέρ της έλλειψης οποιουδήποτε άλλου ισχυρότερου όπλου όπως πιστόλι ή μαχαίρι, που κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκε πως το θύμα κρατούσε και  γι’ αυτό το λόγο  οδηγήθηκε στην πράξη του, προσπαθώντας να αμυνθεί. Και σίγουρα δεν ήταν αναγκαία τα σφοδρά χτυπήματα στο κεφάλι προκειμένου να προφυλάξει τη ζωή του και μπορούσε να αντιδράσει καταφέρνοντας χτυπήματα σε άλλα σημεία του σώματος, λιγότερο ευπαθή και επικίνδυνα.

Επίσης απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ακόμα και αν δεν γίνει δεκτό, ότι βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας, φοβούμενος ότι το θύμα είτε με  την πέτρα είτε με άλλο μέσο θα πλήξει τη δική του σωματική ακεραιότητα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής και να του επιβληθεί μικρότερη ποινή.

 Κατά την πλειοψηφούσα άποψη η προηγηθείσα προσβλητική συμπεριφορά του θύματος το οποίο επί οχτώ μήνες επανειλημμένα προέβαινε σε κλοπές και δολιοφθορές  στην οικία του, προκάλεσε στον κατηγορούμενο ψυχική  υπερδιέγερση όχι όμως σε σημείο που να αποκλείει τη σκέψη του , λαμβανόμενου υπόψη ότι οι διαπληκτισμοί και οι αντεγκλήσεις μεταξύ τους ήταν συχνό φαινόμενο όπως και οι απειλές κατά της ζωής του, χωρίς όμως το θύμα να προβαίνει σε κάποια περαιτέρω ενέργεια πέρα από αυτές τις φραστικές απειλές.

Για το συμπέρασμα αυτό το οποίο ήταν σε βάρος του κατηγορουμένου έπαιξε ρόλο και η μεθοδικότητα με την οποία ενήργησε, αφού αυτή δείχνει ότι το πρόσωπο που ενεργεί έχει χρήση του λογικού και δεν λειτουργεί υπό καθεστώς ψυχικής ορμής.

Δεδομένου ότι παραφύλαξε το θύμα κρυμμένος πίσω από ένα θάμνο, είχε ήδη πάρει μαζί του το καδρόνι – αντικείμενο πρόσφορο να προκαλέσει το εγκληματικό αποτέλεσμα, τον χτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι , προκαλώντας σφοδρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και εν κατακλείδι διαλύοντας το κρανίο του , ενώ θα μπορούσε να πλήξει άλλο σημείο του σώματός του , αν ήθελε απλά να ανακόψει την εναντίον του επίθεση,  απομάκρυνε το πληγέν  σώμα από την οικία του ώστε να συγκαλύψει τα ίχνη της πράξης του και ακολούθως το στραγγάλισε για να βεβαιωθεί ότι επήλθε ο θάνατός του.

 Έκρινε δηλαδή το δικαστήριο ότι οι συνθήκες τέλεσης της πράξης δείχνουν ότι είχε μεθοδικότητα, χρήση του λογικού και λειτούργησε οργανωμένη σκέψη και βούληση τέλεσης της πράξης και δεν παρασύρθηκε στην πράξη του υπό καθεστώς ψυχικής υπερδιέγερσης, ώστε  να έχει ηπιότερη μεταχείριση.

 Εν γένει το δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει την τραγική έκβαση του επεισοδίου , αντιδρώντας με άλλο τρόπο από αυτόν που οργάνωσε, λαμβανομένου υπόψη ότι το θύμα ήταν άοπλο, δηλαδή δεν έφερε μαζί του όπλο, μαχαίρι ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο κατάλληλο για επίθεση, άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σκότωσε το θύμα ευρισκόμενος σε άμυνα γιατί δεν προέκυψε από τα πραγματικά περιστατικά ότι όντως βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση. 

Πηγή:  dikastiko.gr