Ανακριτικά Γραφεία Πυροσβεστικού Σώματος

Ανακριτικά Γραφεία Πυροσβεστικού Σώματος
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 67
Ανακριτικά Γραφεία Πυροσβεστικού Σώματος

Tου Πυράρχου Μιχαήλ Ε. Αυγουλέα*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για τη συγγραφή της Εγκυκλίου 67 η οποία διέπει το καθεστώς λειτουργίας των Ανακριτικών Γραφείων του Πυροσβεστικού Σώματος εκτός από τον συγγραφέα της παρούσης συνεργάστηκαν και στελέχη του Νομικού τμήματος του Πυροσβεστικού Σώματος τα οποία αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω την περίοδο 2013 – Μάιος 2014 όπου τύγχανα Διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (Δ.Α.Ε.Ε.)   

          Επιπροσθέτως ως ΄΄βάση΄΄ χρησιμοποιήθηκε η υπάρχουσα Εγκύκλιος 67 συγγραφές της οποίας τυγχάνει ο βετεράνος Νομικός- Συγγραφέας  Επίτιμος Υπαρχηγός του Π.Σ Ανδριανός Γκουρμπάτσης.

          Το παρών Σχέδιο Εγκυκλίου – Πρόταση στοχεύει να δώσει λύσει στα χρόνια Προβλήματα των Ανακριτικών Γραφείων του Π.Σ, να αποτελέσει  ΄΄ χρηστικό &ευέλικτο εργαλείο ΄΄ στα χέρια των Διοικητών των Πυροσβεστικών υπηρεσιών καθώς και των Προϊσταμένων των Ανακριτικών Γραφείων δια μέσου καινοτομιών, να εναρμονιστεί με τις υπάρχουσες τροποποιήσεις του Κ.Π.Δ.

          Ακόμη η παρούσα πρόταση έχει συγγραφή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει αρχή μέση και τέλος ώστε να αποτελεί συνέχεια του σχεδίου Αντεγκληματικής Πολιτικής(ΠΣΑΠ) του οποίο καθιερώθηκε το 2013,του Δελτίου Ενεργειών Ανακριτικού Υπαλλήλου Αγροτοδασικής Πυρκαγιάς, του Εγχειριδίου του Πρώτου Ανταποκριτού και τέλος της σημαντικής καινοτομίας η οποία από το έτος 2013 έχει  εισάγει νέα δεδομένα στην έρευνα του Εγκλήματος του Εμπρησμού της βάσης γεοχωρικών δεδομένων του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε),με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση του αριθμού των Πυρκαγιών.  

 

ΣΚΟΠΟΣ

          α.       Η ανάπτυξη και βελτίωση του μηχανισμού δίωξης του Εγκλήματος του Εμπρησμού.

          β.       Η ανάπτυξη και βελτίωση της ικανότητας στην τεχνική έρευνα με αξιοποίηση όλων των διατιθέμενων μέσων.

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                          ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 67

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΑΡΧΗΓΕΙΟ ΠΥΡ/ΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ            Αθήνα                        2013

∆ΙΕΥΘΥΝΣΗ………

ΤΜΗΜΑ 1ο

                                                                         ΠΡΟΣ: Όλες τις  Υπηρεσίες

Ταχ. ∆/νση: Μουρούζη 4                                             του  Πυροσβεστικού

101 72 ΑΘΗΝΑ                                                                             Σώµατος 

Τηλέφωνο: 7224-308

 

Αριθ. Πρωτ                      οικ.   Φ. 109.1

 

ΘΕΜΑ: «Διεξαγωγή του ανακριτικού έργου του Πυροσβεστικού Σώματος».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α:  ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

1. Οι βαθµοφόροι του Π.Σ., ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι.

    Κατά κανόνα, την προανάκριση των εγκλημάτων διενεργούν οι γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι (άρθρο 33 Κ.Π.∆.). Κατ’ εξαίρεση, και όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, η προανάκριση για ορισµένα εγκλήµατα διενεργείται και από δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι ενεργούν ως ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι και πάντοτε υπό τη διεύθυνση και εποπτεία του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών (άρθρο 34 Κ.Π.Δ.). Οι βαθμοφόροι του Πυροσβεστικού Σώματος από το βαθμό του Αρχιπυροσβέστη (παραγωγικής σχολής) και άνω, εκτελούν καθήκοντα ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου κατά το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τη διατήρηση και προστασία της κοινωνικής ασφάλειας από τα εγκλήματα εμπρησμού (άρθρα 264, 265, 266, 267 ΠΚ) και πλημμύρας (άρθρο 268 ΠΚ).

 

2. Σκοπός της Ανάκρισης.

   Σκοπός της ανάκρισης (κύριας και προανάκρισης) είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση κάποιου εγκλήµατος και να αποφασιστεί, από τα αρµόδια όργανα της δικαστικής λειτουργίας, αν πρέπει ή όχι να εισαχθεί ο υπαίτιος σε δίκη.

  Η κύρια ανάκριση ενεργείται μόνο από τον ανακριτή μετά από προηγούμενη έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα, που πρέπει να μνημονεύει ορισμένως και ειδικώς την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει (άρθρο 246 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

   Η ανωτέρω παραγγελία δύναται να δοθεί από τον εισαγγελέα στον ανακριτή σε οποιοδήποτε στάδιο της προανάκρισης και αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης (άρθρο 246 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).

   Κύρια ανάκριση ενεργείται στα κακουργήματα ή σε πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του εισαγγελέα συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282 Κ.Π.Δ. (άρθρο 246 παρ. 3 Κ.Π.Δ.).

   Η προανάκριση ενεργείται είτε από τον ίδιο τον εισαγγελέα (άρθρο 31 παρ. 1 στοιχ. β) είτε από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα (άρθρο 243 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

   Κατ’ εξαίρεση ενεργείται χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα (άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) στις εξής περιπτώσεις:

α. όταν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργηµα ή πληµµέληµα.

β. όταν από την καθυστέρηση απειλείται άµεσος κίνδυνος να εξαφανιστούν τα ίχνη.

   Περαιτέρω, ρητώς ορίζεται στο άρθρο 245 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ότι η προανάκριση είναι συνοπτική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η μορφή αυτή της ανάκρισης μπορεί να διεξάγεται ελλιπώς, διότι, σύμφωνα με άρθρο 251 Κ.Π.Δ., και οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ενεργούν όλες τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος χρησιμοποιώντας κάθε αποδεικτικό μέσο.

   Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την παραγγελία για διενέργεια προανάκρισης μέχρι την περάτωση της κατά το άρθρο 245, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα εφετών. 

3. Αυτόφωρο έγκληµα.

   Αυτόφωρο είναι το έγκληµα την ώρα που γίνεται ή το έγκληµα που έγινε πρόσφατα. Η πράξη θεωρείται ότι έγινε πρόσφατα ιδίως:

α. όταν αµέσως ύστερα από αυτή ο δράστης καταδιώκεται από τη δηµόσια δύναµη ή από τον παθόντα ή µε δηµόσια κραυγή.

β. όταν ο δράστης συλλαµβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείµενα ή ίχνη, από τα οποία συµπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκληµα σε πολύ πρόσφατο χρόνο.

   Σε καµιά περίπτωση δε θεωρείται ότι συντρέχει µία από τις παραπάνω δύο περιπτώσεις, αν πέρασε όλη η επόµενη ηµέρα από την τέλεση του εγκλήµατος. Έτσι, ο ελάχιστος χρόνος ενός αυτοφώρου εγκλήµατος είναι 24 ώρες και 1 λεπτό, ο δε µέγιστος 47 ώρες και 59 λεπτά.

4. Προκαταρκτική εξέταση.

   Ο Εισαγγελέας Πληµµελειοδικών έχει δικαίωµα, προκειµένου να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση να ασκήσει ποινική δίωξη για κάποιο έγκληµα, να ενεργεί ο ίδιος ή να παραγγείλει στους ανακριτικούς υπαλλήλους (Γενικούς και Ειδικούς) την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, που ενεργείται σύµφωνα µε τα άρθρα 240 και 241 Κ.Π.∆.

  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

1. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΤΟ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Στο Πυροσβεστικό Σώµα η διεξαγωγή του ανακριτικού έργου έχει ανατεθεί και ασκείται από τις ακόλουθες Υπηρεσίες, µε τις εξής αρµοδιότητες:

 

I.-∆ιεύθυνση ΑντιΜετώπισης ΕγκληΜάτων ΕΜπρησΜού (∆.Α.Ε.Ε.)

Η διεύθυνση Αντιµετώπισης Εγκληµάτων  αποτελεί Κεντρική και Ειδική Υπηρεσία του Σώµατος, υπάγεται απευθείας στον Υπαρχηγό Επιχειρήσεων Ν.4249/2014  και το προσωπικό της επιλαµβάνεται, σε όλη την επικράτεια, το χειρισµό υποθέσεων, στα πλαίσια της κύριας αποστολής της, που είναι η διατήρηση και προστασία της δηµόσιας ασφάλειας από τα εγκλήµατα εµπρησµού. 

Ειδικότερα:

Α) Ενεργεί για την πρόληψη και καταστολή κάθε ενέργειας, από οποιονδήποτε και αν προέρχεται, που στοχεύει στην πρόκληση, µε οποιονδήποτε τρόπο και µέσο, εµπρησµού που στρέφεται και απειλεί τη δηµόσια ασφάλεια.

Β) Επιλαµβάνεται της διερεύνησης και του χειρισµού εξαιρετικά σοβαρών περιστατικών εµπρησµού, όπως είναι ιδίως αυτός που προκαλείται από οργανωµένη εγκληµατική δράση, αυτός που απειλεί ευρύτερο κύκλο εννόµων αγαθών, αυτός που από τον τρόπο και µέσο δράσης, τις ενδείξεις και τις επικρατούσες συνθήκες εκτιµάται ότι προκαλεί το κοινό αίσθηµα και αυτός που έχει πολιτικό στόχο ή αποσκοπεί στη διατάραξη της δηµόσιας τάξης.

Γ) Ενεργεί για την ανακάλυψη και σύλληψη ατόµων που, φέρεται ότι, διέπραξαν εµπρησµό και την αποστολή τους στον αρµόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα. 

Η κρίση για τη συνδροµή των ανωτέρω προϋποθέσεων, προκειµένου να επιληφθεί η ∆.Α.Ε.Ε., ανήκει στο ∆ιευθυντή της και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύµατος αυτού, στο νόµιµο αναπληρωτή του.

Η ∆.Α.Ε.Ε., µε την επιφύλαξη των διατάξεων του Κ.Π.∆., που ορίζουν ότι προϊστάµενος των ανακριτικών υπαλλήλων είναι ο αρµόδιος κατά τόπο Εισαγγελέας και ότι η Ανωτάτη ∆ιεύθυνση στην Ανάκριση ανήκει στον Εισαγγελέα Εφετών (άρθρο 35 Κ.Π.∆.), αποτελεί την Προϊσταµένη Υπηρεσία, σε θέµατα αρµοδιότητάς της, όλων των ανακριτικών υπαλλήλων των Υπηρεσιών του Σώµατος, που τους έχουν ανατεθεί από τους ∆ιοικητές τους ανακριτικά καθήκοντα στα εγκλήµατα εµπρησµού. Για την επιτυχή διεξαγωγή του έργου τους, η ∆.Α.Ε.Ε. έχει αρµοδιότητα και υποχρέωση να εκδίδει, µε την επιφύλαξη πάντα και στα πλαίσια των διατάξεων του Κ.Π.∆., τις αναγκαίες οδηγίες και διαταγές για την καθοδήγηση, κατεύθυνση και συντονισµό της δράσης τους, µε σκοπό την εξιχνίαση των εµπρησµών.

Ως Προϊσταµένη Υπηρεσία η ∆.Α.Ε.Ε. ελέγχει την τήρηση από τους ανακριτικούς υπαλλήλους όλων των Ανακριτικών Γραφείων (αυτοτελών και µη), τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του Κ.Π.∆., τις εγκυκλίους των Εισαγγελιών και τις Εγκυκλίους διαταγές της και αναφέρει εγγράφως τη διαπίστωση κάθε παράνοµης ή αντιπειθαρχικής συµπεριφοράς.

Η υπαγωγή των ανακριτικών υπαλλήλων των Υπηρεσιών του Σώµατος στη ∆.Α.Ε.Ε. κατά την άσκηση των ειδικών καθηκόντων τους είναι καθαρά επιχειρησιακή, µε ό,τι αυτό συνεπάγεται, και όχι διοικητική.

Οι Υπηρεσίες του Σώµατος υποχρεούνται αµελλητί να γνωρίζουν στη ∆.Α.Ε.Ε. κάθε στοιχείο και πληροφορία, το οποίο σχετίζεται µε την αποστολή της καθώς επίσης και κάθε περίπτωση σοβαρού εµπρησµού, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις εκάστοτε εκδιδόµενες απ’ αυτήν Εγκυκλίους διαταγές της.

Η ∆.Α.Ε.Ε. επίσης είναι αρµόδια σύµφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 2 του Π.∆. 3/2000 για τη δηµιουργία, τήρηση και λειτουργία του ΓΕΝΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΜΠΡΗΣΤΩΝ. Για το σκοπό αυτό αλληλογραφεί µε όλες τις αρµόδιες Υπηρεσίες και τις Υπηρεσίες του Σώµατος.

 

II.- Ανακριτικά Γραφεία Υπηρεσιών:

Για την αποτελεσµατικότερη και αποδοτικότερη διεξαγωγή του ανακριτικού έργου λειτουργούν Ανακριτικά Γραφεία (αυτοτελή και µη) στις ακόλουθες Υπηρεσίες του Σώµατος ως εξής:

α.- ∆ιοικήσεις Π.Υ.

Το ανακριτικό έργο στις ∆ιοικήσεις Πυροσβεστικών Υπηρεσιών διεξάγεται από το Ανακριτικό Γραφείο. Το εν λόγω Γραφείο υπάγεται, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ. 2 περ. β΄ του π.δ 210/1992 (Κ.Ε.Υ.Π.Σ.) στο Τµήµα Πυρασφάλειας της οικείας ∆ιοίκησης[1] και στελεχώνεται από ανακριτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά µε ανακριτικά καθήκοντα κατά την εκτέλεση των οποίων φέρουν πολιτική περιβολή. Προϊστάµενος ορίζεται Αξιωµατικός Γενικών Καθηκόντων.

Τα Ανακριτικά Γραφεία των ∆ιοικήσεων Π.Υ. λειτουργούν σε φυλακές (βάρδιες) καθ’ όλο το 24ωρο και όλες τις ηµέρες του έτους και η στελέχωσή τους γίνεται µε το αναγκαίο προσωπικό. Ο αριθµός του υπηρετούντος σε κάθε Ανακριτικό Γραφείο προσωπικού, καθορίζεται µε βάση τις υπηρεσιακές του ανάγκες.

Το προσωπικό των Ανακριτικών Γραφείων κατά την εκτέλεση των  καθηκόντων του ενεργεί, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κ.Π.∆. τις Εγκυκλίους, εντολές και οδηγίες των αρµοδίων Εισαγγελέων και της ∆.Α.Ε.Ε.

Ειδικότερα, τα ανακριτικά γραφεία των Διοικήσεων Π.Υ. Αθηνών, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Λαρίσης και Χανίων θα διενεργούν την προανάκριση για το σύνολο των πυρκαγιών (κοινού και δάσους) που εκδηλώνονται στην περιοχή ευθύνης τους, πλην των εξ αμελείας αστικών πυρκαγιών (άρθρο 266 Π.Κ.), οι οποίες οφείλονται σε συγκεκριμένα αίτια και εκδηλώνονται σε συγκεκριμένους χώρους, όπως εμφαίνονται αντίστοιχα στους ακόλουθους  πίνακες:                                       

             ΑΙΤΙΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ                         

1. Σπίρτα/αναπτήρας

20. Υπερθέρμανση-πυράκτωση-τήξη ηλεκτρικών αγωγών

2. Αναμμένο κερί

21. Ιονισμός

3. Αναμμένο καντήλι

22. Πυράκτωση μαγειρικού σκεύους και ανάφλεξη περιεχομένου

4. Συσκευή παρασκευής φαγητού/υγραερίου

23. Πυράκτωση ηλεκτρικής εστίας

5. Καμινέτο

24. Πυρακτωμένα κάρβουνα

6. Αναμμένη εστία κατασκηνωτών/εκδρομέων

25. Λάμπες πυράκτωσης

7. Αναμμένη εστία θέρμανσης

26. Καταλύτες-εξατμίσεις οχημάτων

8. Κάπνισμα μελισσών

27. Ηλεκτρικό θερμαντικό σώμα

9. Κάπνισμα/καύση εντόμων-παρασίτων

28. Θερμές εργασίες

10. Καύση υπολειμμάτων καλλιεργειών

29. Αναμμένη εστία

11. Καύση απορριμάτων

30. Τριβή κρούση

12. Καύση ξηρών χόρτων-κλαδιών

31. Τροχοφόρο όχημα

13. Σπινθήρες

32. Όχημα σταθερής τροχιάς

14. Γυμνή φλόγα

33. Απαγωγός καπνού/ανάφλεξη αιθάλης

15. Επαφή με θερμή/πυρακτωμένη επιφάνεια

34.Στατικός ηλεκτρισμός

16. Βραχυκύκλωμα ηλεκτρικών καλωδίων

35.Υπολείμματα καπνίσματος

17. Σύγκρουση οχημάτων

 

18. Πρόσκρουση οχήματος

 

19. Εκτροπή οχήματος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                             

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΕΙΔΟΣ  ΧΩΡΟΥ

 

Α/Α

ΕΙΔΟΣ ΧΩΡΟΥ

ΚΩΔΙΚΟΣ

Α/Α

ΕΙΔΟΣ ΧΩΡΟΥ

ΚΩΔΙΚΟΣ

1.

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ

13ΙΕ1Α

11.

ΜΠΑΡ-ΚΑΦΕ

03Η1

2.

ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ

13ΙΕ4Γ

12.

ΝΑΟΙ

03ΙΓ

3.

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ

03ΣΤ

13.

ΟΙΚΟΔΟΜΕΣ

01Η

4.

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ

03Ζ

14.

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ

13ΣΤ

5.

ΚΑΔΟΙ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ-ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ

13ΧΙ3

15.

ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ

07Ζ

6.

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ

07Δ

16.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ

13Θ

7.

ΚΑΦΕΝΕΙΑ

03Η

17.

ΠΡΑΝΟΙ ΟΔΩΝ

13Ε

8.

ΚΤΙΡΙΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ

01Α

18.

ΣΤΗΛΕΣ Δ.Ε.Η.

13ΙΖ

9.

ΜΙΚΡΑ ΚΑΤ/ΜΑΤΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘ. ΕΝΔΥΜ. ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜ.

07Ε

19.

ΦΟΥΡΝΟΙ ΟΙΚΙΩΝ

01ΣΤ

10.

ΜΟΝΟΚΑΤΟΙΚΙΕΣ

01Β

20.

ΧΩΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΟΧΕΙΡΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ

13ΧΙ5

 

 

 

 Για τις  ως άνω πυρκαγιές, η προανάκριση θα διενεργείται από τους ανακριτικούς υπαλλήλους των Πυροσβεστικών Σταθμών. Στους Πυροσβεστικούς Σταθμούς  θα πρέπει να δημιουργηθούν κατάλληλοι χώροι, στους οποίους οι Ανακριτικοί υπάλληλοι κάθε φυλακής θα διεξάγουν το κατά περίπτωση προβλεπόμενο ανακριτικό έργο. Ο συντονισμός του ανακριτικού έργου πραγματοποιείται από τον Υποδιοικητή του Πυροσβεστικού Σταθμού ο οποίος σε συνεργασία με το Διοικητή διεξάγει και τη σχετική αλληλογραφία. Παράλληλα στους  ανακριτικούς υπαλλήλους των Πυροσβεστικών Σταθμών παρέχεται το δικαίωμα να αναζητούν μέσω της Διοίκησής τους  τα απαραίτητα για τη διεξαγωγή του προανακριτικού έργου έγγραφα, χωρίς την εμπλοκή της Διοίκησης Πόλεως.  Η σχηματισθείσα δικογραφία θα διαβιβάζεται στο κατά τόπο αρμόδιο Ανακριτικό γραφείο προκειμένου εν συνεχεία να αποσταλεί στην αρμόδια Εισαγγελία.

   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν αιτήματα για χορήγηση αντιγράφων από το Βιβλίο Συμβάντων Ανακριτικού ή αλλων δικονομικών  εγγράφων, αυτά θα χορηγούνται από τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς με την επιφύλαξη της τήρησης  των προϋποθέσεων που τάσσουν κατά περίπτωση οι διατάξεις του Κ.Π.Δ.

   Για το σύνολο των λοιπών πυρκαγιών  (είτε από δόλο είτε από αμέλεια), την προανάκριση θα διενεργούν κατά τόπο αρμόδια ανακριτικά γραφεία των Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών.

 

β.Ανεξάρτητες Πυροσβεστικές Υπηρεσίες:

Στις ανεξάρτητες Πυροσβεστικές Υπηρεσίες που δε διαθέτουν αυτοτελή Ανακριτικά γραφεία, ως Προϊστάμενος του Ανακριτικού γραφείου ορίζεται Αξιωματικός ο οποίος ασκεί αποκλειστικά προανακριτικά καθήκοντα,  σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παρούσα και επιπρόσθετα  έχει τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις με τους Προϊστάμενους των αυτοτελών Ανακριτικών γραφείων.

 

ΙΙΙ. ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΑ ΚΛΙΜΑΚΙΑ

   Στα Πυροσβεστικά Κλιμάκια (Π.Κ.), τα οποία υπάγονται σε Διοικήσεις Π.Υ. καθώς και σε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες, το ανακριτικό έργο θα διεξάγεται όπως σήμερα, εκτός των ακόλουθων περιπτώσεων:

α. Σε δασικές πυρκαγιές (από πρόθεση ή αμέλεια), οι οποίες είναι επαναλαμβανόμενες [2]και προκαλούνται εκτεταμένες ζημιές ή μη επαναλαμβανόμενες με πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών.

β. Σε αγροτικές πυρκαγιές (από πρόθεση ή αμέλεια), όταν υπάρχουν εκτεταμένες ζημιές και έχει προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.

γ. Σε αστικές πυρκαγιές για τις οποίες οι αρμόδιοι Ανακριτικοί υπάλληλοι των Κλιμακίων δεν έχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία διαχείρισης του συμβάντος λόγω του μεγέθους και της έκτασής του.[3]

    Για τις ανωτέρω περιπτώσεις, ευθύς αμέσως μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η Πυροσβεστική Υπηρεσία στην οποία υπάγεται το Κλιμάκιο,  αποστέλλει έμπειρο ανακριτικό υπάλληλο, οποίος  επιλαμβάνεται της προανάκρισης με τη συνδρομή ανακριτικών υπαλλήλων του Κλιμακίου.

Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει Ανακριτικός υπάλληλος στο Πυροσβεστικό Κλιμάκιο και ο Προϊστάμενος του Κλιμακίου είναι επιφορτισμένος με τα επιχειρησιακά καθήκοντα, από την  Υπηρεσία υπαγωγής θα διατίθεται και δεύτερος Ανακριτικός υπάλληλος. Η απασχόληση του Προϊσταμένου του Π.Κ. με το προανακριτικό  έργο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των επιχειρησιακών καθηκόντων του. Επίσης οι Προϊστάμενοι των Κλιμακίων υποχρεώνονται να παρέχουν στους ανακριτικούς υπαλλήλους της υπηρεσίας υπαγωγής κάθε στοιχείο ή πληροφορία η οποία σχετίζεται με την διακρίβωση της αιτίας της πυρκαγιάς καθώς και με τη σύλληψη του δράστη ή των δραστών του εμπρησμού.

Σε περίπτωση που στο Π.Κ. δεν υπάρχουν ανακριτικοί υπάλληλοι, τότε η προανάκριση θα διεξάγεται εξ ολοκλήρου από ανακριτικούς υπαλλήλους της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται το Κλιμάκιο σε συννενόηση με τον Προϊστάμενο αυτού.  Αν στα Πυροσβεστικά Κλιμάκια υπηρετεί και δεύτερος Αξιωματικός, αυτός θα επιλαμβάνεται του συνόλου των προανακρίσεων σε συνεργασία με ανακριτικούς υπαλλήλους που εκτελούν υπηρεσία φυλακής (βάρδια) στο Π.Κ. Αυτό θα ισχύει για όλες τις πυρκαγιές (είτε από δόλο είτε από αμέλεια), ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις  θα μπορεί να ζητά και τη συνδρομή έμπειρων Ανακριτικών Υπαλλήλων της Υπηρεσίας που υπάγεται διοικητικά το Πυροσβεστικό Κλιμάκιο.

 

IV. ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΥΤΟΤΕΛΩΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΣΤΙΣ ΕΔΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΕΝΟΤΗΤΩΝ (ΠΡΩΗΝ ΝΟΜΟΙ)

   Στις έδρες των Περιφερειακών  ενοτήτων (πρώην Νομοί) στις οποίες εδρεύει Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ.) και δεν έχει συσταθεί Διοίκηση Νομού, ιδρύονται αυτοτελή Ανακριτικά Γραφεία τα οποία θα λειτουργούν με το ίδιο καθεστώς που διέπει τα Ανακριτικά Γραφεία των Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πόλεως. Κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου, τα ως άνω Γραφεία θα διενεργούν προανάκριση για τις δασικές πυρκαγιές από  πρόθεση  (ανεξαρτήτως της έκτασης) που εκδηλώνονται στο γεωγραφικό χώρο της Περιφερειακής Ενότητας και για τις δασικές από αμέλεια στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λόγω των ισχυρών πνεόντων ανέμων η πυρκαγιά λαμβάνει διαστάσεις και προκαλούνται εκτεταμένες υλικές ζημιές. Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στα αυτοτελή Ανακριτικά γραφεία των εδρευουσών  στις Περιφερειακές ενότητες Πυροσβεστικών Υπηρεσιών  θα διενεργούν προανάκριση για τα  εκτός έδρας συμβάντα  με εντολή του οικείου Περιφερειακού Διοικητή ή με πρόταση του Διευθυντή της Δ.Α.Ε.Ε.

   Επιπρόσθετα, στις έδρες των Περιφερειακών ενοτήτων (πρώην Νομοί) στις οποίες θα συσταθούν αυτοτελή Ανακριτικά γραφεία (π.χ. Π.Υ. Καλαμάτας), οι ανακριτικοί υπάλληλοι οι οποίοι εκτελούν μάχιμη υπηρεσία, θα διενεργούν προανάκριση για τα συμβάντα που εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια αυτής στις περιπτώσεις  που περιγράφονται στηνυποπαράγραφο IIτης παραγράφου 1 του Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης. (προανάκριση ανακριτικών υπαλλήλων Πυροσβεστικών Σταθμών).                     

 

 

2. ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

 Κατ’ αρχήν, αρµόδια κατά τόπο Υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώµατος για τη διενέργεια προανάκρισης στις αστικές, αγροτικές και δασικές πυρκαγιές, είναι η Υπηρεσία που έχει και τοπική αρµοδιότητα για την κατασταλτική πυρασφάλεια της περιοχής, ανεξάρτητα αν η περιοχή αυτή ανήκει διοικητικά σε άλλο Νοµό, από εκείνον στον οποίο έχει έδρα η επιληφθείσα Πυροσβεστική Υπηρεσία και ανεξάρτητα, επίσης, αν υπάγεται δικαστικά σε άλλο Πρωτοδικείο, από εκείνο στο οποίο υπάγεται η έδρα αυτής. Στην τελευταία όµως περίπτωση οι προανακριτικές δικογραφίες που θα σχηµατίζονται πρέπει να αποστέλλονται στην αρµόδια κατά τόπο Εισαγγελία Πρωτοδικών.  

Κατ’ εξαίρεση των προαναφεροµένων, η ∆.Α.Ε.Ε., στα πλαίσια της αρµοδιότητάς της, µπορεί να επιληφθεί υποθέσεων εµπρησµού σε ολόκληρη την επικράτεια. Σε κάθε περίπτωση βέβαια η δικογραφία που σχηµατίζεται και ο δράστης που συλλαµβάνεται αποστέλλονται στην αρµόδια κατά τόπο Εισαγγελία Πρωτοδικών.

Κατ’ εξαίρεση, αν και υφίσταται τοπική και υλική αρµοδιότητα Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για την καταστολή πυρκαγιάς σε πλοίο, κατά την έννοια του Κώδικα ∆ηµοσίου Ναυτικού ∆ικαίου, καθώς και σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και µέσα π.χ. αυτοκίνητα, την προανάκριση στις περιπτώσεις αυτές διενεργούν οι αρµόδιες κατά τόπο Λιµενικές και Στρατιωτικές Αρχές, αντίστοιχα. 

 

3. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Οι ∆ιοικητές των ∆ιοικήσεων Π.Υ. και των ανεξάρτητων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών των πόλεων, αναφορικά µε τη διεξαγωγή του ανακριτικού έργου έχουν τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

 α) Μεριµνούν για την εύρυθµη λειτουργία και παρακολουθούν την σύννοµη άσκηση των ανακριτικών καθηκόντων των υπαλλήλων τους.

 β) Είναι συνυπεύθυνοι, έναντι του αρµόδιου Εισαγγελέα, για τις διαπιστούµενες, κατά τη διεξαγωγή του ανακριτικού έργου, αξιόποινες πράξεις και έναντι των ιεραρχικά προϊσταµένων τους, για τις διαπιστούµενες πειθαρχικές παραβάσεις των υπαλλήλων τους.

 γ) Παρακολουθούν τη σωστή εφαρµογή των σχετικών µε το ανακριτικό έργων διαταγών των Προϊσταµένων Υπηρεσιών και των Εισαγγελικών Εγκυκλίων.

 δ) Λαµβάνουν γνώση και υπογράφουν τη σχετική µε το ανακριτικό έργο

αλληλογραφία. Οι ∆ιοικητές των ∆ιοικήσεων Π.Υ. Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης,  Πατρών, Λαρίσης και Χανίων, µπορούν, σύµφωνα µε το άρθρο 2 του Π.∆. 100/1991 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του π.δ 359/1992 (Α΄179), να µεταβιβάσουν το δικαίωµα υπογραφής στους προϊσταµένους των Ανακριτικών Γραφείων των Υπηρεσιών τους.

 ε) Υποχρεούνται να εκτελούν πιστά τις εντολές των αρµοδίων Εισαγγελέων και της ∆.Α.Ε.Ε., ευθυνόµενοι για κάθε παραβίαση.

 στ) Σε κάθε περίπτωση το βάρος της ποινικής και πειθαρχικής ευθύνης, για µη διενέργεια οφειλόµενης προανάκρισης σε κάθε πυρκαγιά, φέρει πέραν των εµπλεκοµένων ανακριτικών υπαλλήλων και ο ∆ιοικητής της Υπηρεσίας.

 

4. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΝ Π.Υ.

 Οι Προϊστάµενοι των Ανακριτικών Γραφείων των ∆ιοικήσεων Π.Υ. έχουν, εκτός από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο καθήκοντα για τους ∆ιοικητές των Υπηρεσιών, τα ακόλουθα επιπλέον καθήκοντα, δικαιώµατα και υποχρεώσεις:

α) Εκτελούν τα καθήκοντά τους σύµφωνα, µε τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις Νόµων, που αφορούν το ανακριτικό έργο, τις εγκυκλίους των Εισαγγελικών Αρχών και της ∆.Α.Ε.Ε., την παρούσα εγκύκλιο και τις διαταγές των ∆ιοικητών τους.

β) Παρακολουθούν, ελέγχουν και συντονίζουν καθηµερινά τις ενέργειες των υπαλλήλων του Γραφείου τους, δίνοντάς τους τις αναγκαίες εντολές και κατευθύνσεις.

γ) Ορίζουν τους υπαλλήλους του Γραφείου τους σε Υπηρεσία.

δ) Μεταβαίνουν στον τόπο των σοβαρών συµβάντων και αναλαµβάνουν οι ίδιοι την ενέργεια της προανάκρισης.

ε) Προτείνουν τους κατάλληλους κατά την κρίση τους υπαλλήλους για την στελέχωση του Γραφείου και ελέγχουν την υπηρεσιακή τους απόδοση.

στ) Ελέγχουν καθηµερινά για τη σωστή και έγκαιρη ενηµέρωση των τηρουµένων βιβλίων του Γραφείου τους. Φροντίζουν επίσης για το σχηµατισµό δικογραφίας σ’ όλα τα συµβάντα τα πραγµατικά περιστατικά των οποίων πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εµπρησµού (από πρόθεση ή από αµέλεια άρθρα 264, 265, 266 Π.Κ.) και φροντίζουν αυτές να αποστέλλονται στην αρµόδια Εισαγγελία το αργότερο εντός τριών µηνών.

ζ) Εκπαιδεύουν τους υπαλλήλους του Γραφείου τους σε θέµατα που έχουν σχέση µε το ανακριτικό έργο.

 η) Ορίζουν τους πραγµατογνώµοντες τηρώντας σειρά προτεραιότητας, όταν ζητήσουν τον ορισµό τους οι ανακριτικοί υπάλληλοι.

 θ) Ενηµερώνουν τους εκπροσώπους των µέσων µαζικής ενηµέρωσης, δίνοντάς τους τα απαραίτητα στοιχεία των συµβάντων που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της φυλακής τους, εφόσον ζητηθούν, υπό την προϋπόθεση ότι η γνωστοποίησή τους δεν παραβλάπτει το ανακριτικό έργο.

 

 

 

5. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ

Αξιωµατικός Υπηρεσίας Ανακριτικού Γραφείου ∆ιοίκησης Π.Υ. ορίζεται ο εκάστοτε ανώτερος κατά βαθµό ή αρχαιότερος ανακριτικός υπάλληλος κάθε φυλακής (βάρδιας). Οι Αξιωµατικοί Υπηρεσίας των Ανακριτικών Γραφείων έχον τα ακόλουθα καθήκοντα, δικαιώµατα και υποχρεώσεις:

 α) Ειδοποιούν τον Προϊστάµενό τους, προκειμένου  να µεταβεί στον τόπο των σοβαρών συµβάντων για τα οποία υποχρεούνται να ενεργήσουν προανάκριση.

 β) ευθύνονται και φροντίζουν για τη σωστή, πλήρη και έγκαιρη ενηµέρωση των τηρουµένων βιβλίων για τα συµβάντα της φυλακής τους, σύµφωνα µε τις σχετικές διαταγές.

 γ) Αναλαµβάνουν οι ίδιοι την προανάκριση των σοβαρών συµβάντων (π.χ. µεγάλες πυρκαγιές σε βιοµηχανίες, βιοτεχνίες, δολιοφθορές κ.α.) των οποίων δεν επιλαμβάνονται προσωπικά οι προϊστάμενοι των ανακριτικών γραφείων.

 δ) Κατανέμουν ομοιόμορφα στους υφισταµένους τους τις προανακρίσεις για τα λοιπά συµβάντα και τους ελέγχουν για τις ενεργούμενες ανακριτικές πράξεις, επιβάλλοντάς τη συµπλήρωσή τους, όπου αυτό απαιτείται.

 ε) Στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Κ.Π.Δ περιπτώσεις, ενηµερώνουν τον αρµόδιο Εισαγγελέα καθώς και τα αρµόδια υπηρεσιακά όργανα και τις Προϊστάµενες Υπηρεσίες σύµφωνα µε τις σχετικές διαταγές.

 στ) Ελέγχουν τους υφισταµένους τους για την πιστή εφαρµογή των διατάξεων του Κ.Π.∆., οι οποίες ρυθμίζουν τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του κατηγορούµενου, σε περιπτώσεις που αυτούς καλείται να απολογηθεί.

 ζ) Ενηµερώνουν αµέσως τον Προϊστάµενό τους για κάθε υπόθεση, που απαιτεί άµεση λύση απ’ αυτόν καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από σχετικές διαταγές.

 

6. ΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

I.-Από Πυροσβεστικές Υπηρεσίες και τα Ανακριτικά Γραφεία των ∆ιοικήσεων Π.Υ.

Τα βιβλία που υποχρεωτικά πρέπει να τηρεί κάθε Υπηρεσία που ασχολείται µε το ανακριτικό έργο καθώς και τα Ανακριτικά Γραφεία των ∆ιοικήσεων Π.Υ. είναι, πέραν του πρωτοκόλλου που είναι κοινό για όλα τα Γραφεία, τα ακόλουθα:

 α) Το βιβλίο εισερχοµένων τηλεφωνικών σηµάτων. Σε αυτό καταχωρούνται τα εισερχόµενα τηλεφωνικά σήµατα και  καταγράφονται υποχρεωτικά η ηµεροµηνία και ώρα του σήµατος, ο αποστολέας, ο παραλήπτης, το περιεχόµενο, το ονοµατεπώνυµο και ο βαθµός του επιδίδοντα και του παραλαµβάνοντα.

 

β) Το βιβλίο εξερχοµένων τηλεφωνικών σηµάτων.  Σε αυτό καταχωρούνται τα ίδια στοιχεία  με αυτά του βιβλίου εισερχομένων τηλεφωνικών σημάτων.

γ) Το βιβλίο συµβάντων: Σ’ αυτό καταχωρούνται τα στοιχεία της  παραγράφου 7 του Κεφαλαίου Β΄ της παρούσης με ευθύνη του ανακριτικού υπαλλήλου που επιλαµβάνεται του συµβάντος.

δ) Βιβλίο προτεραιότητας πραγµατογνωµόνων. Σε αυτό µεταφέρονται κατά ειδικότητες όλοι οι πραγµατογνώµονες από τους σχετικούς πίνακες του Πρωτοδικείου. Τηρείται από τον προϊστάμενο του Ανακριτικού Γραφείου στον οποίον απευθύνονται οι ανακριτικοί υπάλληλοι οι οποίοι θέλουν να διοριστεί πραγματογνώμονας και ορίζονται από αυτόν µε τη σειρά.

ε) Βιβλίο υποβολής δικογραφιών. Σε αυτό καταχωρούνται τα στοιχεία κάθε δικογραφίας, που ολοκληρώνεται και διαβιβάζεται µε αγγελιοφόρο στην κατά τόπο αρµόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών.

στ) Βιβλίο χρέωσης επιστρεφόµενων δικογραφιών. Σε αυτό καταχωρούνται τα στοιχεία κάθε δικογραφίας, η οποία για οποιονδήποτε λόγο επιστρέφεται από την Εισαγγελία στην Υπηρεσία. Στη συνέχεια χρεώνεται από τον Προϊστάµενο στον ανακριτικό υπάλληλο, που είχε διενεργήσει αρχικά την προανάκριση, τάσσοντάς του προθεσµία επανυποβολής της.

ζ) Αρχείο εµπρηστών. Σε αυτό συµπληρώνονται όλα τα στοιχεία των γνωστών εµπρηστών σύµφωνα µε την Εγκύκλιο 12 Α.Π.Σ. Για διευκόλυνση τηρείται και αλφαβητικό ευρετήριο εµπρηστών.

η) Αρχείο ανεξιχνίαστων εµπρησµών. Σε αυτό τηρούνται αντίγραφα των δικογραφιών  που υποβάλλονται  στην εισαγγελία για εµπρησµό από πρόθεση (κοινό η σε δάσος) με άγνωστο δράστη ,µε σκοπό την εξιχνίασή τους.

 

II.- Από τη διευθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού

 

Η Δ.Α.Ε.Ε υποχρεούται να τηρεί τα αναφερόμενα στην προηγούμενη υποπαράγραφο βιβλία  εκτός του υπό στοιχ. (ζ).

Επιπλέον σύµφωνα µε τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 3/2000, η ∆.Α.Ε.Ε. είναι υποχρεωµένη, κατά τα οριζόµενα τις σχετικές ∆ιαταγές, να τηρεί το ΓΕΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΜΠΡΗΣΤΩΝ του Πυροσβεστικού Σώµατος.

 

7. ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

α) Με την επιστροφή των ανακριτικών υπαλλήλων από τα συμβάντα, γίνεται άμεσα σχετική εγγραφή στο βιβλίο συμβάντων. Η εγγραφή πρέπει να περιέχει όσα από τα παρακάτω στοιχεία είναι γνωστά:

α) Ηµεροµηνία και ώρα ειδοποίησης και εκδήλωσης της πυρκαγιάς

β) Στοιχεία της υπηρεσίας ή ατόµου που ειδοποίησε για το συµβάν.

γ) ∆ιεύθυνση εκδήλωσης του συµβάντος (οδό, αριθµό, πόλη, δηµοτικό διαµέρισµα, δήµο, νοµό).

δ) Χαρακτηρισµό του καιόµενου είδους (π.χ. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, διαµέρισµα Α΄ ορόφου πενταόροφης πολυκατοικίας, ισόγεια αποθήκη τριώροφης βιοτεχνίας, δάσος ή δασική έκταση).

ε) Πλήρη στοιχεία εκµισθωτή (ονοµατεπώνυµο, όνοµα πατρός, ηλικία,

επάγγελµα και διεύθυνση κατοικίας). Αν πρόκειται για νοµικό πρόσωπο,

επωνυµία και νοµική µορφή.

στ) Την αιτία, αν αυτή µπορεί να διαπιστωθεί µε βεβαιότητα, διαφορετικά αναγράφεται η φράση «η πυρκαγιά εκδηλώθηκε από άγνωστη µέχρι τώρα αιτία».

ζ) Πλήρη στοιχεία τραυµατιών ή θυµάτων, αν υπάρχουν.

η) Πλήρη στοιχεία δράστη, εφόσον υπάρχει και είναι γνωστός. Αν είναι

άγνωστος αναγράφεται η φράση «από άγνωστο µέχρι τώρα δράστη».

θ) Περιγραφή των ζηµιών, χωρίς κοστολόγηση

ι) Την επωνυµία της Ασφαλιστικής Εταιρείας και το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης, εφόσον υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη για πυρκαγιά

ια) στο τέλος υποχρεωτικά κατά περίπτωση οι φράσεις «Ενεργείται Προανάκριση» ή «Προανάκριση ενεργεί η Κρατική Ασφάλεια».

ιβ) υπογραφή και αναγραφή του ονοµατεπωνύμου και του βαθµού του ενεργούντος την προανάκριση.

 β) Συµπληρωµατική Εγγραφή.

Σε περίπτωση που µετά την αρχική εγγραφή προκύπτουν νέα στοιχεία, τα

οποία τροποποιούν, συµπληρώνουν ή αντικαθιστούν τα υφιστάµενα, πρέπει να γίνεται συµπληρωµατική εγγραφή.

Στο αριστερό τµήµα κάθε εγγραφής αφήνεται κενό περίπου 8 εκατοστών

όπου αναγράφονται κατά σειρά, ο αύξοντας αριθµός του συµβάντος, ο νοµικός χαρακτηρισµός και η σχετική διάταξη του Ποινικού Νόµου (π.χ. Εµπρησµός δάσους από πρόθεση άρθρο 265 Π.Κ.), σύντοµος χαρακτηρισµός του καιόµενου χώρου, διεύθυνση και η ώρα καταχώρησης του συµβάντος στο βιβλίο. Κάτω απ’ αυτά γίνεται αναγραφή µε κόκκινο μελάνι των στοιχείων διαβίβασης, επιστροφής και επανυποβολής της δικογραφίας.

 

8. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ

α) Τα δικαιώματα, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης αντιγράφων  στους διαδίκους κατά το στάδιο της προδικασίας (προανάκριση και κύρια ανάκριση) καθορίζονται από τα άρθρα 101, 104, 105, 107, 108 Κ.Π.∆. Διάδικοι είναι ο κατηγορούµενος, ο αστικώς υπεύθυνος και ο πολιτικός ενάγων. Κατηγορούµενος είναι µόνο φυσικό πρόσωπο ενώ οι λοιποί διάδικοι µπορεί να είναι και νοµικά πρόσωπα.

β) Μεταξύ των δικαιωµάτων που έχουν οι διάδικοι είναι και η λήψη αντιγράφων της δικογραφίας. Αυτή γίνεται αυτοπροσώπως ή από τους πληρεξουσίους συνηγόρους τους στους οποίους η πληρεξουσιότητα δίνεται µε ιδιωτικό έγγραφο. Στα αυτόφωρα εγκλήµατα, η πληρεξουσιότητα του συνηγόρου του κατηγορούµενου αποδεικνύεται από την εντολή εκπροσώπησής του. Εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα, µη έχοντα την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν έχουν εκ του νόμου δικαίωµα να παίρνουν αντίγραφα δικογραφίας.

γ) προκειµένου για νοµικά πρόσωπα, δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ο τρόπος εκπροσώπησης (δικαστικής και εξώδικης) ορίζεται από το καταστατικό τους ή από τον ιδρυτικό τους νόµο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

 

1.     Ενέργεια ανακριτικών πράξεων.

  α. Κατά τη διενέργεια προανάκρισης οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν, χωρίς χρονοτριβή, να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα του εμπρησμού και τους υπαίτιους, να εξετάζουν μάρτυρες και κατηγορούμενους, να ενεργούν αυτοψία, να ορίζουν και να παίρνουν μαζί τους ιατροδικαστές ή άλλους πραγματογνώμονες, να διεξάγουν έρευνες, να συγκεντρώνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος.

 β. Η ανάκριση (και η προανάκριση), σύµφωνα µε το άρθρο 241 του ΚΠ∆, διενεργείται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δηµοσιότητα, δηλαδή δεν επιτρέπεται κατά την ενέργεια των ανακριτικών πράξεων η παράσταση των διαδίκων ή τρίτων προσώπων, εκτός των περιπτώσεων που ορίζονται στο άρθρο 97 του ΚΠ∆.

   Κατά ρητή διάταξη του νόµου (άρθρ. 31 παρ. 1 εδαφ. β΄ ΚΠ∆) ο Εισαγγελέας Πληµµελειοδικών, είτε αυτοπροσώπως, είτε µε έναν από τους Αντεισαγγελείς που υπάγονται σ’ αυτόν, µπορεί να παρευρίσκεται κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξεως και να λαµβάνει γνώση «εν παντί χρόνω» των εγγράφων που αφορούν την ανάκριση.

   Η µυστικότητα της προδικασίας δικαιολογείται από την ανάγκη συγκεντρώσεως αποδεικτικών µέσων και στοιχείων εν γένει (άρθρ. 178 ΚΠ∆) προς βεβαίωση και διαλεύκανση του τελεσθέντος εγκλήµατος και ανακάλυψη του δράστη, καθώς επίσης και από την ανάγκη διερευνήσεως των αιτίων που ώθησαν το δράστη στην εκτέλεση του εγκλήµατος, της αφορµής που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε, προ της τυχόν εξαλείψεως ή αλλοιώσεως, µε οποιοδήποτε τρόπο, των εν λόγω στοιχείων, ώστε η έρευνα να διεξάγεται χωρίς επηρεασµούς και έναντι πάντων, µε βασικό και κύριο µέληµα την αναζήτηση και ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και τη βεβαίωση εξ επαγγέλµατος όχι µόνο της ενοχής του φερόµενου ως δράστη – κατηγορουµένου, αλλά και της αθωότητος αυτού (άρθρ. 239 ΚΠ∆). Έτσι, ερευνάται ακόµη, κάθε επικαλούµενο από τον κατηγορούµενο στοιχείο – περιστατικό που είναι χρήσιµο για την ανακάλυψη της αλήθειας ή το οποίο µπορεί να συµβάλλει στην υπεράσπιση αυτού (άρθρ. 274 ΚΠ∆).

   Κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προεισαγωγικής προανακρίσεως η µυστικότητα διασφαλίζεται από τον ενεργούντα αυτήν προανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος υπάγεται αµέσως στον αρµόδιο Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών και απ’ αυτόν µόνο λαµβάνει εντολές και οδηγίες σχετικές µε το προανακριτικό έργο και από κανέναν άλλο (συµπεριλαµβανοµένων και των ιεραρχικώς προϊσταµένων του.). Αυτός είναι υπεύθυνος όχι µόνο για τη φύλαξη των εγγράφων και των λοιπών στοιχείων της προανακρίσεως, αλλά και για την προστασία των δικαιωµάτων και της προσωπικότητος του κατηγορουµένου.

   Έτσι, δεν είναι σύννοµη η χορήγηση απ’ τους προανακριτικούς υπαλλήλους αντιγράφων των συνταχθέντων εκθέσεων ή η ανακοίνωση του περιεχοµένου αυτών σε τρίτους, προ της άρσεως της µυστικότητος κατά τα οριζόµενα στον ΚΠ∆, συµπεριλαµβανοµένης και της υποβλητικής προς τον Εισαγγελέα αναφοράς, η οποία αποτελεί βασικό έγγραφο της δικογραφίας, ως περιέχουσα την αρχική εκτίµηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος διά της προανακρίσεως αποδεικτικού υλικού.

 Ως εκ τούτου οι προανακριτικοί υπάλληλοι:

   i) Όταν επιλαµβάνονται αυτεπάγγελτης προεισαγωγικής προανακρίσεως, κατ’ άρθρ. 243 παρ. 2 του ΚΠ∆, να ειδοποιούν πάραυτα

τον αρµόδιο Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών, ώστε αυτός µεν να µπορεί να διευθύνει και να εποπτεύει το προανακριτικό έργο, ο δε Εισαγγελεύς Εφετών να ασκεί την ανώτατη ∆ιεύθυνση επί του έργου αυτού.

ii) Να διενεργούν την προανάκριση µε βάση την αρχή της µυστικότητος

(άρθρ. 241 του ΚΠ∆) και με γνώµονα την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς να παραβλέπουν το «τεκµήριο της αθωότητος» του κατηγορουµένου, µέχρι τη νόµιµη απόδειξη της ενοχής του, που αποτελεί το βασικό αξίωµα του ∆ικαίου όλων των πολιτισµένων κοινωνιών.

iii) Να µεριµνούν για τη διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων της προανακρίσεως, ώστε να µην παρατηρείται το φαινόµενο της διαρροής τους σε τρίτους, πριν από την κατά νόµον άρση του απορρήτου αυτών και να µη δηµιουργούνται προϋποθέσεις για αναζήτηση ενδεχόµενων πειθαρχικών ή και ποινικών ευθυνών τους (για παραβίαση του υπηρεσιακού απορρήτου του άρθρου 252 του ΠΚ).

iv) Να απευθύνονται στον αρµόδιο Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών Αθηνών και να ζητούν απ’ αυτόν εντολές και οδηγίες για κάθε δυσχερές θέµα, που αναφύεται κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως.

   γ. Στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, ο εξεταζόμενος, κατά την αυτόφωρη αλλά και την εν γένει διαδικασία του άρθρου 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., έχει τα δικαιώματα που έχει ο κατηγορούμενος βάσει των άρθρων 103 και 104 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, ο διενεργών την προανάκριση οφείλει, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, κατά τη λήψη των προανακριτικών απολογιών, να ανακοινώνει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του (άρθρα 100 έως 105 Κ.Π.Δ.), αναγράφοντας με σαφήνεια στην «Έκθεση Εξέτασης Κατηγορουμένου» ολόκληρο το περιεχόμενο της κατηγορίας επί της οποίας καλείται να απολογηθεί.   

   δ. Όταν διεξάγεται προανάκριση σε επιχειρήσεις οι οποίες έχουν συνάψει σύµβαση ασφάλισης για πυρκαγιά, κρίνεται σκόπιµο να καλούνται για εξέταση ως µάρτυρες και στελέχη της κατά περίπτωση Ασφαλιστικής Εταιρείας και οι τυχόν διοριζόµενοι απ’ αυτήν πραγµατογνώµονες. Η εξέταση των προσώπων αυτών, πολλές φορές και κυρίως σε εµπρησµούς από πρόθεση βοηθάει τ’ αρµόδια όργανα στη διαπίστωση της αιτίας και των κινήτρων που οδήγησαν το δράστη στη διάπραξη του εγκλήµατος προς όφελος της ορθής και δίκαιης απονοµής της δικαιοσύνης.

   Επίσης στις περιπτώσεις αυτές, εκτός από το ότι θα πρέπει να αποτελεί στοιχείο της προανακριτικής δικογραφίας και αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συµβολαίου και του πρακτικού της πραγµατογνωµοσύνης που διεξάγεται µε πρωτοβουλία της Ασφαλιστικής Εταιρείας, θα πρέπει ν’ απευθύνεται ο αρµόδιος ανακριτικός υπάλληλος διά της Υπηρεσίας του στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών (Ξενοφώντος 10, 15 57 ΑΘΗΝΑ, FAX 2103334149) για να πληροφορείται και κάθε στοιχείο που αφορά την ασφαλιστική κάλυψη της συγκεκριµένης επιχείρησης, που ενδεχοµένως για ευνόητους λόγους τυχόν αποκρύπτεται. Στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών κρίνεται σκόπιµο ν’ απευθύνεται διά της Υπηρεσίας του ο ανακριτικός υπάλληλος επίσης και στην περίπτωση που ιδιοκτήτης επιχείρησης δηλώνει κατά την προανάκριση ότι δεν έχει συνάψει σύµβαση ασφάλισης για πυρκαγιά προκειµένου να διαβεβαιωθεί το αληθές της δήλωσής του.

 

2.  Συρροή εγκλήματος εμπρησμού με άλλα εγκλήματα.

α. Σε περίπτωση καταφανούς και αποδεδειγμένης συρροής του εμπρησμού με άλλα εγκλήματα (π.χ. ανθρωποκτονία, κλοπή, ληστεία κ.α.) αρμόδιοι να ενεργήσουν προανάκριση είναι οι γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, εκτός αν διατάξει ο αρμόδιος εισαγγελέας το διαχωρισμό της. Όταν ενεργήσουν προανάκριση οι γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι υπάρχει υποχρέωση των ανακριτικών υπαλλήλων της Υπηρεσίας μας, εφόσον ζητηθεί εγγράφως, να αποστέλεται έκθεση αυτοψίας. Για το θέμα αυτό θα συνεννοείται ο Αξιωματικός Υπηρεσίας με τον αντίστοιχο της Αρχής που διενεργεί την προανάκριση.

β. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που δεν υπάρχει συρροή εγκλημάτων, αλλά όταν η πυρκαγιά εκδηλώνεται σε τόπο για τον οποίο υπάρχει εδαφική αρμοδιότητα για ενέργεια προανάκρισης από άλλη Αρχή π.χ. Δασική, Λιμενική, Στρατιωτική κ.λ.π.

γ. Περιπτώσεις διαφωνίας  μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων διαφόρων Αρχών για θέματα αρμοδιότητας, επιλύονται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος έχει και την όλη ευθύνη της προανάκρισης.

 

3.     Επίδοση εγγράφων της ποινικής διαδικασίας.

Τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 155 Κ.Π.∆. επιδίδονται από ποινικό ή δικαστικό επιµελητή. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, επιδίδονται από όργανα της ∆ηµόσιας δύναµης ή από τον Πρόεδρο ή από το Γραµµατέα της Κοινότητας. Στα όργανα  της ∆ηµόσιας δύναµης η νοµολογία των ποινικών δικαστηρίων περιλαμβάνει και τους υπηρετούντες στα Σώµατα Ασφαλείας οποιουδήποτε βαθµού. Έτσι οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας µας µπορούν να επιδίδουν τις κλήσεις (µαρτύρων, κατηγορουµένων) και άλλα έγγραφα.

 

4.     Κλήτευση µαρτύρων στην προανάκριση.

Κατά κανόνα στην προανάκριση οι µάρτυρες καλούνται εγγράφως, σε ορισµένη ηµέρα, ώρα και τόπο (παρ. 1, άρθρο 213 Κ.Π.∆.). Κατ’ εξαίρεση σε κατεπείγουσες περιπτώσεις (αυτόφωρο) κατά την κρίση του ανακριτικού υπαλλήλου µπορούν να κλητεύονται και προφορικά. Η προφορική κλήτευση βεβαιούται µε µνεία που γίνεται στην έκθεση σύλληψης του δράστη.

 

5.     Ένταλµα βίαιης προσαγωγής.

Οι ανακριτικοί υπάλληλοι του Π.Σ. µπορούν να εκδίδουν ένταλµα βίαιης προσαγωγής αλλά µόνο για µάρτυρες και όχι για κατηγορούµενους, που λιποµαρτυρούν κατά την προανάκριση (άρθρο 229Κ.Π.∆.). Το ένταλµα θα αποστέλλεται για εκτέλεση στα Αστυνοµικά όργανα.

 

6.     Έκθεση Αυτοψίας.

Μόλις ειδοποιείται το Ανακριτικό Γραφείο για πυρκαγιά, οι υπάλληλοί του µεταβαίνουν αµέσως στον τόπο του συµβάντος και ενεργούν αυτοψία.  Επισημαίνεται ότι η ενέργεια της αυτοψίας πρέπει να γίνεται µε σοβαρότητα και να τείνει στην εξακρίβωση, όσο τούτο είναι εφικτό, της αιτίας της πυρκαγιάς. Έχει παρατηρηθεί ότι σ’ αυτήν αναγράφονται συνήθως δύο ή περισσότερες διαζευκτικά αιτίες ή η αιτία πιθανολογείται. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις η υπόθεση δεν φθάνει ποτέ στο Ακροατήριο και οι δράστες διαφεύγουν της επιβολής ποινικών κυρώσεων και πολλές φορές αποζηµιώνονται (όταν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη). Εφιστούµε λοιπόν την προσοχή για τη σοβαρότητα µε την οποία πρέπει να διεξάγεται η αυτοψία για τον εντοπισµό της πραγµατικής αιτίας.

 

7. Σύλληψη αλλοδαπών εµπρηστών.

 

   Κατά το άρθρο 36 της ∆ιεθνούς Συµβάσεως της Βιέννης της 24 Απριλίου 1963 επί των Προξενικών Σχέσεων, η οποία έχει κυρωθεί µε τον νόµο 90/1975, οσάκις υπήκοος ξένου κράτους συλλαµβάνεται, φυλακίζεται ή τίθεται σε κατάσταση προφυλακίσεως ή πάσης άλλης φύσεως κράτηση, οι αρµόδιες αρχές του κράτους διαµονής πρέπει να ειδοποιούν «αµελλητί» την προξενική αρχή του κράτους του οποίου υπήκοος είναι ο συλληφθείς, φυλακισθείς κ.λπ., εάν αυτός το ζητήσει, να διαβιβάζουν προς την αρχή αυτήν κάθε ανακοίνωση του προσώπου τούτου και να τον πληροφορούν «αµελλητί» περί των ως άνω δικαιωµάτων του.

   Η τυχόν παράλειψη των Ελληνικών αρχών να πράξουν τα ανωτέρω αποτελεί παράβαση διεθνών υποχρεώσεων της χώρας µας.

   Γι’ αυτό, δυνάμει της υπ’ αριθ. 6730/23-9-1997 Εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εφιστάται η προσοχή να µην παραλείπεται σε καµία περίπτωση η άµεση και έγγραφη ανακοίνωση της προσωρινής κρατήσεως, φυλακίσεως, µεταγωγής ή αποφυλακίσεως αλλοδαπού κρατουµένου, µόλις αυτή λάβει χώρα, στην πρεσβεία της χώρας του ή στην πλησιέστερη προς την φυλακή ή τον τόπο κρατήσεως προξενική αρχή της χώρας του, εφ’ όσον ο κρατούµενος, µετά από σχετική ερώτηση, δηλώσει ότι επιθυµεί να γίνει η ανακοίνωση αυτή.

Είναι πρόδηλο ότι εάν αρχικώς ο κρατούµενος δηλώσει ότι δεν επιθυµεί

να γίνει ανακοίνωση στην πρεσβεία ή το προξενείο της χώρας του και στη συνέχεια µεταγνώσει και δηλώσει ότι επιθυµεί να γίνει τούτο, οι Ελληνικές αρχές οφείλουν να προβούν αµέσως στην ανακοίνωση.

Για την κατοχύρωση των Ελληνικών αρχών ότι ενήργησαν να ανωτέρω, η σχετική δήλωση του κρατουµένου πρέπει να είναι έγγραφη και να φυλάσσεται στον ατοµικό του φάκελο, αντίγραφο δε αυτής να τίθεται στην σχετική δικογραφία και στο διαβιβαστικό έγγραφο της Αρχής προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών να γίνεται µνεία περί της ειδοποιήσεως της οικείας πρεσβείας ή της προξενικής αρχής και περί της επικοινωνίας ή µη αυτών µε τον κρατούµενο.

 

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Κ.Π.Δ.

 

Αν, ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρτικής εξέτασης, αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν την εξέτασή του για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Στην προκειμένη περίπτωση το άτομο αυτό έχει, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, τα εξής δικαιώματα:

 

  α) Να παρίσταται κατά την παροχή εξηγήσεων με συνήγορο.

 

  β) Να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων.

 

  γ) Να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ (48) ώρες για την παροχή εξηγήσεων, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση.

 

  δ) Να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της δικογραφίας.

ε) Να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελομένων σε βάρος του.

 

στ) Να ενημερωθεί προηγουμένως από τον ανακριτικό υπάλληλο για τα ανωτέρω δικαιώματά του.

 

 (2) Εφιστάται η προσοχή των ανακριτικών υπαλλήλων για τις ανωτέρω τροποποιήσεις, διότι αν το προαναφερόμενο πρόσωπο εξεταστεί ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, η εξέτασή του είναι άκυρη και δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας η ένορκη, αντί της ανωμοτί εξέτασής του, αλλά παραμένει στο Αρχείο της Εισαγγελίας. Η περάτωση της προκαταρκτικής εξέτασης ενεργείται και χωρίς την εξέταση του μηνυόμενου ή εγκαλούμενου ή εκείνου κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες,εφόσον κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε.

 

 (3) Κατόπιν των ανωτέρω, αν λοιπόν υπάρχει συγκεκριμένο άτομο ύποπτο για εμπρησμό στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ), που ενεργείται από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, στην περίπτωση που υπάρχει αυτόφωρο έγκλημα ή όταν υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή, πρέπει να εξετάζετε τον ύποπτο ανωμοτί και όχι ενόρκως και στη συνέχεια, εφόσον προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του, να τον εξετάζετε πλέον ως κατηγορούμενο.

 

 (4) Η προκαταρκτική εξέταση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 3 ΚΠΔ, συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση.

 

         ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ:  ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ - ΣΤΑΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

α. Ως ημερομηνία έναρξης των διαλαμβανομένων στο Κεφ. Β΄, παρ. 1, υποπαρ. II, III, IV, ορίζεται η 01-01-2014.

β. Για χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 01-06-2014 τα στελέχη των Ανακριτικών γραφείων θα μεταβαίνουν στα συμβάντα τα οποία επιλαμβάνεται ο Ανακριτικός υπάλληλος του Πυροσβεστικού Σταθμού και θα παρέχουν την τεχνογνωσία τους.

γ. Όταν από τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς ζητείται οποιαδήποτε συνδρομή από το Ανακριτικό γραφείο, τα στελέχη αυτού υποχρεούνται να την παρέχουν.

δ. Τα Ανακριτικά γραφεία υποχρεούνται να αποστείλουν έμπειρο Ανακριτικό υπάλληλο στου Πυροσβεστικούς Σταθμούς ώστε να εκπαιδεύσει τους Ανακριτικούς υπαλλήλους του Σταθμού.

ε. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης καθώς και το υλικό εκπαίδευσης θα συνταχθεί από τη Δ.Α.Ε.Ε. σε συνεργασία με την Διεύθυνση Εκπαίδευσης.

στ. Σε περιπτώσεις που κατά το σταδιο εφαρμογής των διαλαμβανομένων στην παρούσα εγκύκλιο ανακύψουν προβλήματα, αυτά να υποβληθούν εγγράφως στην ηλεκτρονική Διεύθυνση daee@psnet.grτης Δ.Α.Ε.Ε..

 

* Ο Πύραρχος  Μιχαήλ Ε. Αυγουλέας είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων “AthensMBA” ,είναι απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Ασφαλείας (Σ.Ε.Α), καθώς και της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.Π.Ο.) .