Απόφαση «βόμβα» του Διοικητικού Πρωτοδικείου για τα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας

Απόφαση «βόμβα» του Διοικητικού Πρωτοδικείου για τα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας

Αντισυνταγματικές έκρινε τις διατάξεις  με τις οποίες επιβάλλεται η αναδρομική καταβολή μειωμένων αποδοχών σε στελέχη των σωμάτων ασφαλείας το Διοικητικό  Πρωτοδικείο της Αθήνας. Με την υπ΄αριθμ. 14545/2019 απόφασή του το δικαστήριο απεφάνθη ότι οι εν λόγω  διατάξεις είναι αντίθετες τόσο προς την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των μισθοδοτούμενων βάσει ειδικών μισθολογίων όσο και προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος. Έτσι υποχρεώνει τη Διοίκηση  να καταβάλει στους στρατιωτικούς κ.λπ. τις αποδοχές που υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες λόγω των αναδρομικών μειώσεων και να τους επιστρέψει τα χρηματικά ποσά  που αντιστοιχούν στη διαφορά των αποδοχών που λάμβαναν προ των περικοπών και εκείνων που τους καταβλήθηκαν μετά τις περικοπές. Το Δικαστήριο έκρινε δε  ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν συνιστούν πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης.

Συγκεκριμένα η απόφαση έχει ως εξής:

«1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες, εν ενεργεία στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλει τα εξής ποσά: Στον 1ο το ποσό των 1.612,09 ευρώ, στο 2ο το ποσό των 2.041,16 ευρώ, στον 3ο το ποσό των 2.239,17 ευρώ, στην 4ο το ποσό των 2.202,63 ευρώ, στον 5ο το ποσό των 1.684,53 ευρώ, στον 6ο το ποσό των 2.715,81 ευρώ, στον 7ο το ποσό των 5.786,89 ευρώ, στην 8η το ποσό των 1.310,12 ευρώ, στον 9ο το ποσό των 2.667,10 ευρώ, στον 10ο το ποσό των 1.550,06 ευρώ, στον 11° το ποσό των 3.971,55 ευρώ, στον 12ο το ποσό των 1.910,71 ευρώ, στον 13ο το ποσό των 2.623,47 ευρώ, στον 14ο το ποσό των 3.010,07 ευρώ, στον 15ο το ποσό των 2.500,28 ευρώ, στον 16ο το ποσό των 2.614,19 ευρώ, στον 17ο το ποσό των 2.551,33 ευρώ, στον 18° το ποσό των 1.139,33 ευρώ, στον 19ο το ποσό των 1.456,80 ευρώ, στον 20° το ποσό των 2.684,76 ευρώ, στον 21ο το ποσό των 2.334,32 ευρώ, στον 22ο το ποσό των 1.196,88 ευρώ, στον 23ο το ποσό των 2.551,33 ευρώ, στον 24ο το ποσό των 3.291,13 ευρώ, στην 25η το ποσό των 6.776,59 ευρώ, στον 26ο το ποσό των 1.215,63 ευρώ, στον 27ο το ποσό των 5.654,60 ευρώ και, τέλος, στον 28ο το ποσό των 3.086,38 ευρώ. Τα ποσά αυτά ζητούν οι ενάγοντες, νομιμοτόκως, από τότε που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ΄ άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για την ισόποση ζημία που φέρεται ότι υπέστησαν από παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεις οργάνων του εναγομένου, και, ειδικότερα, από την καταβολή σε αυτούς μειωμένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως 30.11.2014, κατ’ εφαρμογή των σχετικών με τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222), καθώς και του άρθρου 86 παρ.6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α΄ 246), των οποίων οι ενάγοντες αμφισβητούν τη συνταγματικότητα, ζητώντας την άρση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής τους.

  1. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής υπογράφεται μόνο από το δικηγόρο Χαράλαμπο Μπουκουβάλα, ο οποίος παραστάθηκε, για λογαριασμό των εναγόντων, με την από 15.09.2019 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο της 26.09.2019, νομιμοποιήθηκε δε με ιδιωτικές εξουσιοδοτήσεις, που έφεραν θεώρηση για το γνήσιο των υπογραφών τους από δημόσια αρχή και κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής, που έλαβε χώρα κατά την ανωτέρω δικάσιμο, από όλους τους ενάγοντες, πλην της 25ης (…), ως προς την οποία δεν προσκομίσθηκε έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας προς τον ως άνω δικηγόρο. Με τα δεδομένα αυτά και εν όψει του ότι ο εν λόγω δικηγόρος δεν νομιμοποιήθηκε ούτε με κάποιον άλλο από τους προβλεπόμενους στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τρόπους, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει, για το λόγο αυτό, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τη συγκεκριμένη ενάγουσα (.).
  2. Επειδή, στο άρθρο 115 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ -Δυνητική Ομοδικία), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 97), ορίζεται ότι: « 1. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν … κοινή αγωγή, εφόσον … τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση. 2. … 3. Προκειμένου περί απαιτήσεων για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου … έστω και αν βασίζονται σε παράνομες πράξεις … εφαρμόζονται οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων και όταν το αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς, έστω και μη ισόποσες, απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική βάση … Σε περίπτωση ομοδικίας κατά την παρούσα παράγραφο, ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα. 4. … 5. …». Επομένως, εν προκειμένω, οι ενάγοντες (πλην της 25ης αυτών) παραδεκτώς ομοδικούν και έχουν ασκήσει την υπό κρίση αγωγή, η οποία πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, στην ουσία της.
  3. Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 4 εδ. γ΄ του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου…». Στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις και ότι νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης αυτής. Σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος, εκδόθηκε ο νόμος 3068/2002 (Α-274), με τον οποίο ορίστηκε, στο άρθρο 1 ότι: «Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους, που κάθε απόφαση τάσσει.».
  4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (βλ. ΣτΕ 3696/2015, 2156/2015, 2898/2014). Ακόμη, ναι μεν η Διοίκηση μπορεί είτε να ανακαλέσει την ως άνω παράνομη πράξη, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντας, μάλιστα, σ’ αυτήν αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη μετά την ακύρωση, με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας, πλην, σε περίπτωση που η αρχικώς εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παρανομίας και της ζημίας και, συνεπώς, εξακολουθεί να συντρέχει η προαναφερθείσα προϋπόθεση. Η προϋπόθεση δε αυτή συντρέχει πολύ περισσότερο στην περίπτωση που δεν εκδοθεί τελικώς νόμιμη διοικητική πράξη (ΣτΕ 4022/2015, 1268/2013, 305/2010, 1841/2007, 1749/2003, 3422/1999 7μ.).
  5. Επειδή, με το άρθρο 1 παράγραφος Γ, υποπαράγραφος Γ.1, περ. 31 έως 33 του ν. 4093/2012 τροποποιήθηκαν, αναδρομικώς από 01.08.2012, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 50 του ν. 3205/2003 και αφενός μεν μειώθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντίστοιχων βαθμών αφετέρου δε μεταβλήθηκαν οι συντελεστές βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών, με αποτέλεσμα να επέλθουν σημαντικές μειώσεις, ιδίως, στους ανώτερους βαθμούς της ιεραρχίας των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Αναδρομικές μειώσεις προβλέφθηκαν, επίσης, για τα επιδόματα που χορηγούνταν βάσει των παραγράφων 3 – 8α και 10 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003. Κατ’ εξουσιοδότηση, εξάλλου, της διάταξης της περ. 37 της ίδιας υποπαραγράφου εκδόθηκε η οικ 2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β-3017), με την οποία καθορίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των ποσών που προέκυψαν από την αναδρομική από 01.08.2012 μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων βάσει «ειδικών» μισθολογίων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με τις 2192-6/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης αιτήσεων ακυρώσεως των ενδιαφερόμενων ενώσεων και ομοσπονδιών των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, κατά το μέρος που αφορούσε την αναδρομική, από 01.08.2012 έως την εφαρμογή του νόμου αυτού, μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων αυτών. Ειδικότερα, με τις ως άνω αποφάσεις κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καθώς και η συναφής προς αυτές διάταξη της περ. 37 της αυτής υποπαραγράφου, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπουργική απόφαση, ήταν αντίθετες τόσο προς την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των μισθοδοτούμενων βάσει των «ειδικών» μισθολογίων, όσο και προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος.
  6. Επειδή, ακολούθως, με τα 10-13/2014 πρακτικά του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμορφώσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις και για τον λόγο αυτόν κλήθηκε το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί προς αυτές. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Διοίκηση υπέχει α) υποχρέωση καταβολής των αποδοχών που τα μέλη των αιτουσών συνδικαλιστικών οργανώσεων υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, συνεπεία της αναδρομικής εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4093/2012, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια του ακυρωτικού αποτελέσματος, ευθεία, δηλαδή, συνέπεια της ακύρωσης κανονιστικής πράξης, το περιεχόμενο της οποίας εξαντλείται στο παρελθόν (χρονικό διάστημα από 1.08.2012 μέχρι 31.12.2012) και β) υποχρέωση επιστροφής των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούσαν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι στρατιωτικοί (αστυνομικοί κ.λπ.) ελάμβαναν προ της εφαρμογής του ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν μετά τις γενόμενες περικοπές, κατά το χρονικό διάστημα από της έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 μέχρι της δημοσίευσης του Ν. 4307/2014 περί του νέου μισθολογίου, η οποία αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση λόγω της διαγνωσθείσης αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν. 4093/2012 (χρονικό διάστημα από 01.01.2013 μέχρι 15.11.2014).
  1. Επειδή, μετά την έκδοση των πρακτικών αυτών και, ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία συμμόρφωσης της Διοίκησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4307/2014 (Α-246/15.11.2014), στο άρθρο 86 του οποίου περιελήφθησαν ρυθμίσεις σχετικά με τη μισθολογική αποκατάσταση των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Με τις νεότερες αυτές διατάξεις καταργήθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, οι προμνησθείσες αντισυνταγματικές διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (παρ. 1 α΄ του άρθρου 86), αντικαταστάθηκαν εκ νέου, από 01.08.2012, τα άρθρα 50 παρ. 2 και 3 και 51 παρ. 3 – 8α και 10 του ν. 3205/2003, αυξήθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων βαθμών, καθορίσθηκαν νέοι συντελεστές προσδιορισμού βασικών μισθών, αναπροσαρμόσθηκαν δε τα διάφορα επιδόματα των στρατιωτικών και των στελεχών των σωμάτων ασφαλείας (παρ. 2). Με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 86 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζεται «ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναπροσαρμοσμένων αποδοχών και συντάξεων, καθώς και της διαφοράς αποδοχών και συντάξεων που απορρέει από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως και 31.12.2014 προς τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, εν ενεργεία και απόστρατους». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε η οικ.2/88371/ΔΕΠ/14/17.11.2014 (Β-3093) κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία ορίστηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014 περί αναπροσαρμογής των αποδοχών των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, καθ’ ο μέρος αφορούν το χρονικό διάστημα από 01.07.14 έως και 30.11.2014 θα καταβληθούν εφάπαξ με τις αναπροσαρμοσμένες, βάσει των ίδιων διατάξεων, αποδοχές του Δεκεμβρίου του αυτού έτους (άρθρο 1). Ορίστηκε δε, περαιτέρω, ότι οι διαφορές αποδοχών που αφορούν το προγενέστερο χρονικό διάστημα (01.08.2012 έως 30.6.2014), εάν μεν δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, θα καταβληθούν εφάπαξ την 27.01.2015, εάν δε υπερβαίνουν το ποσό αυτό, θα καταβληθούν σταδιακά σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων θα καταβληθεί την 27.01.2015, ενώ οι επόμενες «θα καταβάλλονται την εικοστή εβδόμη (27η) ημέρα εκάστου μηνός μέχρι και την 27.12.2017, οπότε θα καταβληθεί η τελευταία δόση» (άρθρο 2).
  2. Επειδή, μετά τις νομοθετικές αυτές εξελίξεις, το Τριμελές Συμβούλιο Συμμορφώσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο εκ νέου της υπόθεσης, εξέδωσε τις 18 – 21/2015 αποφάσεις του, με τις οποίες έκρινε ότι η Διοίκηση εν μέρει μόνον συμμορφώθηκε προς τις ως άνω αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι νεότερες μισθολογικές ρυθμίσεις δεν συνιστούν πλήρη συμμόρφωση, ούτε κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση της Διοίκησης να καταβάλει στους στρατιωτικούς κλπ. τις αποδοχές που υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, λόγω των αναδρομικών μειώσεων που υπέστησαν κατ’ εφαρμογήν του ν. 4093/2012, ούτε κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση επιστροφής προς αυτούς των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν προ της εφαρμογής του ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν, μετά τις γενόμενες περικοπές, κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως ισχύος του ν. 4093/2012 και μέχρι της δημοσιεύσεως του ν. 4307/2014, καθόσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις προβλέφθηκε μερική μόνον, κατά το ήμισυ περίπου, επιστροφή των αντίστοιχων ποσών.
  3. Επειδή, με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014 θεσπίζεται ειδικό μισθολόγιο των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, προκειμένου, όπως ρητώς αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση και στις σχετικές συζητήσεις της Βουλής, να συμμορφωθεί η Διοίκηση στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, από την αιτιολογική αυτή έκθεση και από τις εκτενείς αναφορές των σχετικών συζητήσεων στη Βουλή (βλ. Πρακτικά Συν ΚΔ/11.11.2014 σελ. 1445-1447, 1449-1450, 1458-1459, Συν. ΚΕ/12.11.2014 σελ. 1479, 1485-1486, 1489, 1493, 1497-1499, 1501, 1503, 1506, Συν. ΚΣΤ/13-11-2014 σελ. 1605-1606, 1609, 1620, 1628, 1634-1635, 1638, 1647) επιβεβαιώνεται ότι ο νόμος αυτός δεν αποτελεί μία αφηρημένη, αδέσμευτη ρύθμιση μισθολογίου αλλά την «αντίδραση» του νομοθέτη στις μνημονευόμενες ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατάξεων του ν. 4093/2012 με τις προϊσχύουσες διατάξεις του ν. 3205/2003 και τις νεότερες του ν. 4307/2014 οι αναπροσαρμοσμένες αποδοχές είναι μεν ανώτερες εκείνων που ελάμβανε το στρατιωτικό προσωπικό κ.λπ. υπό την ισχύ του αντισυνταγματικού ν. 4093/2012, κυμαίνονται, εντούτοις, σε επίπεδα κατώτερα εκείνων που είχαν διαμορφωθεί πριν την 01.08.2012. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, άλλωστε, συνάγεται ότι στο νέο αυτό μισθολόγιο προσδίδεται αναδρομική ισχύς, η οποία ανατρέχει στον χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές και ανίσχυρες με τις ανωτέρω 2192-6/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλαδή οι νεότερες μισθολογικές ρυθμίσεις αντικαθιστούν τις ανίσχυρες ρυθμίσεις αναδρομικώς από 01.08.2012. Ως συνέπεια της αναδρομικότητας αυτής, εκδόθηκε η ως άνω οικ.2/88371/ ΔΕΠ/14/17.11.2014 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής ʼμυνας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, με την οποία προβλέπεται ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως 30.11.2014, των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αναπροσαρμοζομένων αποδοχών του ν. 4307/2014 και των αποδοχών που πράγματι είχαν λάβει, τα οποία είναι μειωμένα σε ποσοστό περίπου 50% σε σχέση με τις προ της 01.08.2012 αποδοχές τους. Εξάλλου, με την έκδοση των 10-13/2014 πρακτικών, προσδιορίστηκαν οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης που, κατά την κρίση του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου, απέρρεαν από τις ακυρωτικές αποφάσεις, ώστε οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 έχουν χαρακτήρα επιστροφής σε κάθε ένα από τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των χρηματικών ποσών που τους περιεκόπησαν παρανόμως με τις αντισυνταγματικές διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Συνεπώς, εφόσον οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 έχουν αυτόν τον χαρακτήρα (αποτελούν δηλαδή ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων), συνιστούν πλημμελή συμμόρφωση προς τις ακυρωτικές αποφάσεις διότι: α) για το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 μέχρι 31.12.2012, το οποίο αφορά τα ποσά των αποδοχών που οι στρατιωτικοί κλπ. υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα λόγω των αναδρομικών μειώσεων που επέβαλε ο ν. 4093/2012, προβλέπεται ότι θα καταβληθούν μόνον κατά το ήμισυ και β) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 μέχρι 15.11.2014 που αφορά τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν προ της εφαρμογής του ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν, προβλέπεται, επίσης, μερική, κατά το ήμισυ περίπου καταβολή. Εξάλλου, η μερική μόνον συμμόρφωση «ομολογείται», κατά τα ήδη εκτεθέντα, και από τον ίδιο τον νομοθέτη στην αιτιολογική έκθεση, ο οποίος επιχειρεί να την δικαιολογήσει, με την παράθεση αποκλειστικώς δημοσιονομικού χαρακτήρα λόγων, οι οποίοι καθιστούν προς το παρόν ανέφικτη την πλήρη συμμόρφωση. Οι λόγοι όμως αυτοί δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικές τις επίμαχες αναδρομικές ρυθμίσεις αφενός μεν διότι όμοιοι λόγοι είχαν προσβληθεί και είχαν αξιολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις δίκες εφ’ ων εκδόθηκαν οι επίμαχες ακυρωτικές αποφάσεις (βλ. ΣτΕ 2192/2014, σκ. 17 και 21, 2193/2014 σκ. 16 και 20, 2194/2014 σκ. 15 και 19, 2195/2014 σκ. 15 και 19, 2196/2014 σκ. 16 και 20), αφετέρου δε και εν πάση περιπτώσει διότι τέτοιοι λόγοι δεν απαλλάσσουν τον κοινό νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση από την υποχρέωση τηρήσεως της συνταγματικής διατάξεως για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Ως εκ τούτων, οι προπαρατεθείσες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014, καθώς και της απολύτως συναφούς διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω ΥΑ, αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος (Ολ ΣτΕ 1125 – 1128/2016, με τις οποίες ακυρώθηκε η ανωτέρω 2/88371/ΔΕΠ/ 17.11.2014 κοινή απόφαση) και, συνεπώς, ως τέτοιες, δεν είναι εφαρμοστέες, ούτε, ομοίως, η ακυρωθείσα από το Ανώτατο Δικαστήριο Υπουργική Απόφαση.
  4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 4575/2018 (Α-192) ορίζεται ότι: «Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στα στελέχη Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας. 1. Στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και για όσο χρόνο αυτά ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2016, καταβάλλεται εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση το άρθρο 86 του ν. 4307/2014 (Α-246). Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2016. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής ʼμυνας, Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζεται ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού της προηγούμενης παραγράφου. 3. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν τις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος– Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 155 του ν. 4472/2017 (Α-74).». Σε εκτέλεση δε της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η οικ.2/88411/ΔΕΠ (Β-5435/04.12.2018) Κοινή Υπουργική Απόφαση «Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής», στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «1. Το χρηματικό ποσό που απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4575/2018 (Α` 192) για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και για όσο χρόνο αυτά ήταν στην ενέργεια, κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2016, θα καταβληθεί εφάπαξ μέχρι την 27.1.2019. Στις περιπτώσεις που κατά τους σχετικούς υπολογισμούς προκύψει, συνολικά, αρνητικό χρηματικό ποσό αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη. 2. Η καταβολή του ανωτέρω ποσού θα γίνει με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση, όπου το εν λόγω ποσό θα εμφανίζεται συνολικά για κάθε δικαιούχο, από τους οικείους εκκαθαριστές των αρμοδίων Υπηρεσιών των Υπουργείων Εθνικής ʼμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Η εν λόγω κατάσταση αποστέλλεται μέχρι την 21η του μήνα καταβολής στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής κατά τα ισχύοντα. 3. Στις περιπτώσεις που δικαιούχοι ήταν εν ενεργεία στελέχη κατά ένα μέρος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (από 1.8.2012 έως και 31.12.2016) η εκκαθάριση και πληρωμή του εν λόγω χρηματικού ποσού για το διάστημα αυτό θα γίνει από την Υπηρεσία, στην οποία υπηρέτησαν κατά το χρόνο της ενέργειας (συμπεριλαμβανομένου του χρονικού διαστήματος των τρίμηνων αποδοχών, σε περίπτωση επιλογής τους). 4. Για τον υπολογισμό του ποσού της παρ. 1 λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες υπηρεσιακές μεταβολές των στελεχών που είχαν μισθολογικές συνέπειες και έλαβαν χώρα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, οπότε και προσαρμόζεται αναλόγως το ποσό που αφορά το εν λόγω διάστημα.» και στο άρθρο 3 ότι: «Σε περίπτωση που τα πρόσωπα του άρθρου 1 έχουν λάβει σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων ποσά που αντιστοιχούν σε αυτά που θα λάμβαναν εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α-222) και του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 (Α-246), τα ποσά αυτά συμψηφίζονται με το εφάπαξ χρηματικό ποσό του ίδιου άρθρου, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ίδιο χρονικό διάστημα, εξαιρουμένων των σχετικών επιδικασθέντων τόκων. Ο εν λόγω συμψηφισμός θα λάβει χώρα και κατά την εκτέλεση σχετικών δικαστικών αποφάσεων που τυχόν θα εκδοθούν μετά την ημερομηνία εφάπαξ καταβολής του εν λόγω χρηματικού ποσού, εφόσον αυτές αναφέρονται (εν όλω ή εν μέρει) στο ίδιο χρονικό διάστημα.».
  5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας και υπηρετούσαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σε διάφορες υπηρεσίες κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο ιστορικό της αγωγής. Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην εισαγωγική σκέψη της παρούσας ποσά, νομιμοτόκως από το χρόνο που κατέστησαν απαιτητά, άλλως, από την επίδοση της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεις οργάνων του εναγομένου, και, ειδικότερα από την καταβολή σε αυτούς μειωμένων αποδοχών, κατά το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως 31.12.2014, κατ’ εφαρμογή των σχετικών με τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012 (Α-222), καθώς και του άρθρου 86 παρ.6 του ν. 4307/2014 (Α-246), των οποίων οι ενάγοντες αμφισβητούν τη συνταγματικότητα ζητώντας την άρση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής τους. Εξάλλου, το ύψος των ως άνω ποσών επιβεβαιώνεται και από τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Οικονομικών της Υπηρεσίας των εναγόντων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το εναγόμενο παρανόμως παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκατάσταση των αποδοχών τους για το επίδικο χρονικό διάστημα σε συμμόρφωση με τις 2194 και 2195/2014 ακυρωτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκε η οικ.2/83408/0022/14.11.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, καθ’ ο μέρος αφορούσε την αναδρομική μείωση των αποδοχών των αστυνομικών υπαλλήλων και των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία από τη διαφορά ανάμεσα στις αποδοχές που θα έπρεπε να τους καταβληθούν σε πλήρη συμμόρφωση προς τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και σε αυτές που πράγματι τους καταβλήθηκαν.
  6. Επειδή, εξάλλου, το εναγόμενο με τα έγγραφα των απόψεών του, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής ως αβάσιμης, υπογραμμίζοντας ότι οι επίδικες αξιώσεις έχουν ήδη εξοφληθεί, ενώ, όσες από τις απαιτήσεις ανάγονται πέραν της διετίας από την κατάθεση της αγωγής έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή. Εξάλλου, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν στοιχειοθετείται παράνομη πράξη ή παράλειψη, διότι η Διοίκηση συμμορφώθηκε στις αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων και στις επιταγές της νομοθεσίας, δρώντας κατά δέσμια αρμοδιότητα και χωρίς περιθώριο υποκειμενικής κρίσης. Τέλος, με το 7011/5/312-ζ/6.6.2019 έγγραφο το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται την απόσβεση της ένδικης απαίτησης, στο πλαίσιο των όσων αποφασίστηκαν και εκτελέστηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4575/2018 και της οικ.2/88411/ΔΕΠ Κ.Υ.Α., με την καταβολή των σχετικών ποσών στις 13.12.2018 στο σύνολο του αστυνομικού προσωπικού, γεγονός, το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες.
  7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και εν όψει του ότι η επίμαχη αξίωση των εναγόντων, όσον αφορά στο κεφάλαιο αυτής, τους έχει ήδη καταβληθεί, η παρούσα δίκη θα πρέπει, κατά την κύρια απαίτηση για την εξόφληση της ένδικης αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στην καταβολή στους λοιπούς (πλην της 25ης) ενάγοντες μειωμένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 έως 31.11.2014 κατ’ εφαρμογή των σχετικών με τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012, καθώς και του άρθρου 86 παρ.6 του ν. 4307/2014, να κηρυχθεί καταργημένη κατ’ άρθρο 142 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ., ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 3 του αυτού Κώδικα, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης, δεν καταλογίζονται δικαστικά έξοδα. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με την κρινόμενη αγωγή ζητείται η επιδίκαση τόκων από τους ως άνω ενάγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίκη διατηρεί το αντικείμενό της ως προς την παρεπόμενη αυτή αξίωση και, επομένως, θα πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τους νόμιμους τόκους, που αναλογούν στα -οφειλόμενα και, ήδη, αποδοθέντα- προαναφερθέντα ποσά του κεφαλαίου, από την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στο εναγόμενο, στις 05.05.2015 (βλ. σχετ. την .Β/05.05.2015 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, .) έως την ολοσχερή εξόφλησή τους, υπολογιζομένων αυτών (των τόκων) με επιτόκιο 6%, από τις 05.05.2015, οπότε και έλαβε χώρα, κατά τα αμέσως προδιαληφθέντα, η επίδοση της αγωγής, και μέχρι τις 30.04.2019, σύμφωνα με το άρθρο 21 του από 26.06/10.07.1944 β.δ. «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 139/10.07.1944, βλ. και Α.Ε.Δ. 25/2012), και από 01.5.2019 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 65/24.04.2019). Τέλος, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από τον καταλογισμό των δικαστικών εξόδων των εναγόντων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την αγωγή ως προς την 25η ενάγουσα (.).

Καταργεί τη δίκη ως προς το κύριο αγωγικό αίτημα των λοιπών εναγόντων.

Δέχεται την αγωγή, κατά τα λοιπά, ήτοι ως προς το παρεπόμενο αίτημα επιδίκασης τόκων στους λοιπούς ενάγοντες.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες αυτούς το ποσό του οφειλόμενου νόμιμου τόκου επί του ειδικότερα αιτηθέντος με την αγωγή για καθέναν από αυτούς κεφαλαίου, υπολογιζομένου (του ως άνω τόκου) με επιτόκιο 6%, από την επίδοση της αγωγής (στις 05.05.2015) και μέχρι τις 30.04.2019, κατά το άρθρο 21 του από 26.06/10.07.1944 β.δ., και από 01.05.2019 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019.

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 2019.»

Πηγή: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

Πηγή:  dikastiko.gr