Εμπλοκές σε συνθήκες χαμηλού/καθόλου φωτισμού

Σωστή χρήση φακού από τον αστυνομικό: Ο απόλυτος πολλαπλασιαστής ισχύος
Εμπλοκές σε συνθήκες χαμηλού/καθόλου φωτισμού

Γράφει ο Λάμπρος Δημητρέλος

Η όραση αποτελεί τη σημαντικότερη αίσθηση του ανθρώπου, αφού το 80% περίπου των πληροφοριών που λαμβάνει από το περιβάλλον του συλλέγονται μέσω αυτής. Η άριστη οπτική οξύτητα ενός υγιούς ανθρώπου, όταν αυτός βρίσκεται σε περιβάλλον με συνθήκες κανονικού φωτισμού, αντιπροσωπεύεται από την αναλογία 20/20. Η οπτική οξύτητα του ίδιου ανθρώπου όμως σε περιβάλλον χαμηλού φωτισμού μειώνεται στο 20/400, ή ακόμη και στο 20/600. Αυτή τη δραματική μείωση λαμβανόμενης πληροφορίας λοιπόν καλείται ο εκάστοτε αστυνομικός να ξεπεράσει, ώστε να καταφέρει να επιχειρήσει και να ολοκληρώσει επιτυχώς την αποστολή του. Παράλληλα, αν μελετήσουμε τα περιστατικά συμπλοκών αστυνομικών με κακοποιούς, καθώς και τις επιχειρήσεις αστυνομικών μονάδων ανά τον κόσμο, θα διαπιστώσουμε ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αυτών (το οποίο κυμαίνεται από 60% έως 80%), έχει λάβει χώρα σε συνθήκες χαμηλού ή καθόλου φωτισμού - όχι απαραιτήτως μόνο νύχτα, αλλά και εντός σκοτεινών χώρων/κτιρίων κλπ. Αντικείμενο του παρόντος άρθρου δεν είναι η παρουσίαση συγκεκριμένων μέσων οπτικής υποβοήθησης (π.χ. NVG), ή ειδών φακών και τεχνικών χρήσης αυτών, αλλά μια εισαγωγή στη βασική φιλοσοφία και τις κάτωθι θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις επιχειρήσεις σε περιβάλλοντα χαμηλού/καθόλου φωτισμού:

 

1. «Διαβάζω» το φως. Σύμφωνα με το πολύτιμο εργαλείο του Σμηνάρχου Τζον Μπόιντ, το πρώτο βήμα του κυκλώματος O.O.D.A. (Observation, Orientation, Decision, Action), είναι η παρατήρηση. Πρωταρχικός στόχος των αστυνομικών είναι να αντιληφθούν ακριβώς το περιβάλλον στο οποίο επιχειρούν και τις ιδιαιτερότητες αυτού, ώστε να επιλέξουν άμεσα τις τακτικές και τεχνικές που ταιριάζουν σε αυτό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι αστυνομικοί πρέπει να καταφέρουν να «ελέγξουν» αυτοί τα επίπεδα φωτισμού και όχι ο αντίπαλός τους, καθώς ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι το “backlighting” των αστυνομικών. Backlightingείναι η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει περισσότερο φως πίσω από κάποιον αστυνομικό παρά εμπρός του, (όπου εμπρός βρίσκεται και ο αντίπαλος), ο οποίος αντίπαλος πλέον βλέπει πεντακάθαρα και σε «φωτισμένο φόντο» τον αστυνομικό.

Εκτός από το «ακούσιο» backlighting, όπου για χωροταξικούς λόγους – μη ελεγχόμενους από τον αστυνομικό υπάρχει περισσότερο φως στον χώρο πίσω του, ελλοχεύει και ο κίνδυνος του «εκούσιου» backlighting. Σε αυτήν την περίπτωση, ο ένας αστυνομικός στην προσπάθειά του να φωτίσει χώρο, απειλές κλπ, περιγράφει με τη δέσμη του φακού του, (ή μέρος αυτής), την πλάτη έτερου αστυνομικού της ομάδας του, στερώντας του έτσι το πλεονέκτημα της απόκρυψης στο σκότος.

2. Επιχειρώ πάντα από το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού. Παρατηρώντας τη φύση, θα διαπιστώσει κανείς πως οι νυκτόβιοι κυνηγοί του ζωικού βασιλείου επιτίθενται στο θήραμά τους από το πιο σκοτεινό σημείο, εκμεταλλευόμενοι την «κάλυψη» (ορθότερος τακτικός όρος είναι η απόκρυψη), που τους προσφέρει το σκοτάδι. Στο επιχειρησιακό περιβάλλον οι έμπειροι αστυνομικοί πράττουν ομοίως, επιλέγοντας να κινούνται από τα σημεία που φωτίζονται λιγότερο. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν και την πολυπόθητη απόκρυψη και την αθέατη ανάπτυξή τους προς την απειλή, αλλά και τον κίνδυνο να βρεθούν σε backlighting, καθώς το περισσότερο φως είναι μπροστά και όχι πίσω τους. Ένας άμεσος προβληματισμός που τίθεται είναι ο εξής: «Και αν μπροστά στους αστυνομικούς υπάρχει λιγότερο φως; Αν κινούνται δηλαδή από τα φωτεινότερα προς τα όλο και σκοτεινότερα σημεία, ενώ δεν έχουν ούτε έτερη επιλογή προσέγγισης, ούτε και επιλογή να ελέγξουν οι ίδιοι τον φωτισμό»; Σε αυτήν την περίπτωση είναι που εξαργυρώνονται οι σωστές επιλογές εξοπλισμού, εν προκειμένω των τακτικών φακών, καθώς θα πρέπει οι αστυνομικοί να μπορούν να μετατρέψουν το σκοτάδι εμπρός σε φως εμπρός, φωτίζοντάς το με όσο δυνατόν περισσότερα lumens. Με αυτόν τον τρόπο θα νικήσουν το backlightingστο οποίο κινδυνεύουν να βρεθούν, ενώ ταυτόχρονα θα φωτίσουν και τις «μαύρες τρύπες» (λ.χ. ανοιχτή πόρτα σε σκοτεινό κτίριο – δωμάτιο, σκοτεινό σοκάκι κάθετο σε φωτισμένο δρόμο κ.ο.κ.), για τις οποίες σε τακτικό επίπεδο θεωρούμε ως δεδομένο το ότι κρύβουν ένοπλες απειλές.

3. «Βλέπω» από την προοπτική του αντιπάλου. Οι αστυνομικοί μέσω της εκπαίδευσης πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα να βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα από τα μάτια της απειλής εναντίον της οποίας επιχειρούν. Να γνωρίζουν δηλαδή πότε οι σιλουέτες τους φαίνονται από τη μεριά του αντιπάλου τους πεντακάθαρα, πότε ως περίγραμμα, πότε ως σκιά και πότε είναι εντελώς «αόρατοι». Αυτή η γνώση της προοπτικής του αντιπάλου είναι που θα καθορίσει το πότε και το πώς θα κινηθούν οι αστυνομικοί, μέσω ποιού δρομολογίου, με ποιόν τρόπο θα επικοινωνούν μεταξύ τους κλπ.

Το επιχειρησιακό περιβάλλον έχει σχήμα σφαιρικό, 360 μοιρών. Ο αστυνομικός δεν πρέπει να ξεχνάει πως εκτός του «φωτεινού κύκλου» εντός του οποίου συγκεντρώνεται ο ίδιος οπτικά & διανοητικά, υπάρχουν απειλές τις οποίες δεν έχει δει, σε αντίθεση με εκείνες, οι οποίες τον έχουν αντιληφθεί από την πρώτη στιγμή που άναψε τον φακό.

Το διανοητικό στάδιο αναγνώρισης της απειλής, είναι πάντα κρίσιμο και δύσκολο στο να το ολοκληρώσει ο εκάστοτε αστυνομικός. Η κρισιμότητα και η δυσκολία αυτού του σταδίου αυξάνονται δραματικά σε περιβάλλον χαμηλού ή καθόλου φωτισμού, όπου το ποσοστό της μέσω όρασης προσλαμβανόμενης πληροφορίας μειώνεται σημαντικά. Ενδεικτικά, για να γίνει το παραπάνω αντιληπτό, ο άνδρας στην αριστερή φωτογραφία κρατά ένα πιστόλι, ενώ στη δεξιά ένα κινητό τηλέφωνο.

4. Φωτίζω και κινούμαι. Η θεμελιώδης αρχή αυτή αντιπροσωπεύεται από την τακτική «ΑΝΑΒΩ – ΒΛΕΠΩ – ΣΒΗΝΩ – ΚΙΝΟΥΜΑΙ & ΑΛΛΑΖΩ ΘΕΣΗ – ΑΝΑΒΩ - κ.ο.κ.». Είναι αυτό αρκετό όμως; Η απάντηση είναι όχι. Η τακτική αυτή πρέπει να συνδυαστεί με ακανόνιστο δρομολόγιο, ρυθμό και κίνηση στο άναμμα – σβήσιμο του φακού, καθώς και σε συνεχή αλλαγή της φυσικής θέσης από την οποία εκπέμπεται το φως. Αν εφαρμοστεί σωστά αυτή η τεχνική, δίνει στον αντίπαλο την εικόνα μιας «πυγολαμπίδας σε κίνηση», δημιουργώντας του μια χαοτική προοπτική, καθώς δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσοι αστυνομικοί επιχειρούν, από ποια κατεύθυνση έρχονται ακριβώς, προς τα πού κινούνται και με τι διάταξη. Υπογραμμίζεται ότι ακόμα και η στιγμιαία ή ακούσια ενεργοποίηση του φακού, επιβάλλει την αλλαγή θέσης του αστυνομικού μετά το σβήσιμο, καθώς ο αντίπαλος τον έχει εντοπίσει και πλέον προσανατολίζεται προς το σημείο εντοπισμού (βλ. άρθρο μου “Κύκλωμα O.O.D.A.”).

Πρακτικά, η αλληλουχία βημάτων της τακτικής κίνησης σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού είναι η εξής:

1. Ο αστυνομικός προσανατολίζεται προς το σημείο όπου θέλει κινηθεί.

2. Φωτίζει τάχιστα – σχεδόν στιγμιαία τη διαδρομή που θα ακολουθήσει με αρχικό σημείο φωτισμού τα πόδια του (για να δει όλο το έδαφος που θα πατήσει) και τελικό σημείο στο ύψος ενός ανθρώπινου σώματος, μέχρι την επόμενη κάλυψη (για να δει ότι δεν υπάρχει απειλή ως εκεί) και σβήνει τον φακό. Στην τακτική γλώσσα η διαδικασία αυτή ονομάζεται «βάψιμο», καθώς θυμίζει την κίνηση ενός πινέλου που βάφει με χρώμα μια επιφάνεια. Στην πραγματικότητα και ο αστυνομικός «βάφει», όμως αντί για πινέλο με φακό, αντί για χρώμα με φως και αντί για επιφάνεια, χώρο.

3. Κινείται υπό την κάλυψη του σκότους στον προηγουμένως «βαμμένο», ήτοι ελεγμένο χώρο.

4. Ο αστυνομικός επαναπροσανατολίζεται προς το επόμενο σημείο και επαναλαμβάνει τη διαδικασία.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως όταν επιχειρούν περισσότεροι από έναν αστυνομικοί (σχεδόν πάντα δηλαδή), η κίνηση και η διαδικασία του «βαψίματος» γίνεται πολύ πιο σύνθετη και δύσκολη, κάτι το οποίο αντισταθμίζεται μόνο με τη συχνή και ρεαλιστική εκπαίδευση.

5. Κυριαρχώ με χρήση φωτός.Ουσιαστικά αυτή και η προηγούμενη θεμελιώδης αρχή είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Οι αστυνομικοί κυριαρχούν στην προβληματική περιοχή κατακλύζοντάς τη με φως και υπερισχύοντας του αντιπάλου, με τη δημιουργία ενός «τείχους φωτός». Όταν λοιπόν οι αστυνομικοί εφαρμόσουν τις τακτικές που διέπονται από την τέταρτη θεμελιώδη αρχή και εντοπιστεί ο αντίπαλος, άμεσα πρέπει να στρέψουν τη maximumισχύ των φακών τους απευθείας στα μάτια του, ώστε αυτός να μη βλέπει τίποτε άλλο πέρα από μια τεράστια ποσότητα λευκού φωτός. Με αυτόν τον τρόπο αλλάζουν ριζικά την προοπτική του αντιπάλου και του στερούν όλες τις μέσω όρασης προσλαμβανόμενες πληροφορίες, εξασφαλίζοντας ότι για αρκετά κρίσιμα δευτερόλεπτα αυτός δε θα έχει καμία δυνατότητα αντίληψης των τακτικών κίνησης και ανάπτυξης των αστυνομικών προς/γύρω από αυτόν.

Όταν ο αντίπαλος δεχθεί στα μάτια το φως από τον φακό του αστυνομικού, ενστικτωδώς υψώνει τα χέρια του για να «προστατευθεί». Έτσι, ο στυνομικός θα δει πλέον πεντακάθαρα τη νούμερο ένα προβληματική περιοχή, ήτοι τα χέρια, καθώς και το τι αυτά κρατούν. Με αυτόν τον τρόπο, ο αστυνομικός αποκτά το τακτικό πλεονέκτημα στο επίπεδο του διανοητικού σταδίου «αναγνώριση απειλής» και έτσι καταφέρνει να «κλείσει» πρώτος το κύκλωμα O.O.D.A., έναντι του αντιπάλου του. Λόγω τέτοιου είδους «μη θανάσιμων» εφαρμογών του, ο φακός θεωρείται πολλαπλασιαστής ισχύος σε τακτικό επίπεδο.

 

6. Ευθυγραμμίζω τρία «στοιχεία» (μάτια – όπλο - φακό).Κατά τη διάρκεια αναζήτησης μιας απειλής ή της ένοπλης εμπλοκής με αυτήν σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, πρέπει να υπάρχει ευθυγράμμιση του όπλου του αστυνομικού με το σημείο που εστιάζουν τα μάτια του, ενώ ταυτόχρονα το “hotspot” της δέσμης φωτός του φακού πρέπει να «δείχνει» το ίδιο σημείο. Οι έμπειροι και καλά εκπαιδευμένοι σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού αστυνομικοί, ξεχωρίζουν από την ικανότητά τους να κρατούν συνεχώς και χωρίς δυσκολία ευθυγραμμισμένα μάτια, όπλο και φακό, χωρίς να «λύνουν» αυτή τη διάταξη λόγω κούρασης ή αποπροσανατολισμού από άλλα ερεθίσματα.

Η ιδιαιτερότητα των επιχειρήσεων σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, οδηγεί στην ανάπτυξη και χρήση ομοίως ιδιαίτερων τακτικών, οι οποίες συνεχώς εξελίσσονται και αναπροσαρμόζονται, μέσα σε αυτό το πολύ «ρευστό» επιχειρησιακό περιβάλλον.


Σε περίπτωση χρήσης πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια μιας εμπλοκής σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, η λάμψη της εκπυρσοκρότησης είναι ακόμη ένας παράγοντας που μπορεί να προδώσει τη θέση των αστυνομικών, αλλά και να αποσυντονίσει την όρασή τους προσωρινά.

7. Φέρω περισσότερους από έναν φακούς. Ο φακός είναι τόσο κρίσιμο κομμάτι του τακτικού εξοπλισμού, ώστε να ισχύει το motto: «ένας ίσον κανένας και δύο ίσον ένας». Σε συνθήκες εμπλοκών χαμηλού φωτισμού, η επιβίωση του αστυνομικού εξαρτάται  από τη δυνατότητά του να φωτίσει και να αναγνωρίσει αποτελεσματικά την απειλή, ώστε στη συνέχεια να την αντιμετωπίσει. Όπως σε ένα αυτοκίνητο είναι καίρια η ύπαρξη ρεζέρβας την κρίσιμη στιγμή, έτσι και στον εξοπλισμό του αστυνομικού είναι καίρια η ύπαρξη εφεδρικού φακού.

Κάτι το οποίο συχνά παραγνωρίζεται, είναι το γεγονός πως πολλές φορές οι αστυνομικοί, ακόμη και τη νύχτα, όπου επικρατεί ίσως και πλήρες σκοτάδι εξωτερικά, βρίσκονται μέσα σε καλά φωτισμένο περιβάλλον, όπως το εσωτερικό ενός περιπολικού με φωτιζόμενες οθόνες πληροφοριακών συστημάτων, συσκευών gps, ασυρμάτων κλπ. Αυτό επηρεάζει δραματικά την ικανότητα γρήγορης προσαρμογής των ματιών τους αν λ.χ. το περιστατικό στο οποίο θα επιληφθούν απαιτήσει μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα να εξέλθουν του περιπολικού και να εισέλθουν σε περιβάλλον πιο χαμηλού ή και καθόλου φωτισμού.

Οι αστυνομικοίπρέπει να λαμβάνουν πάντα υπ’ όψιν τους την πιθανότητα να υπάρξει «επιστροφή φωτός» από μια κοντινή, κάθετη προς αυτούς επιφάνεια, όπως ένας λευκός τοίχος ή ακόμη χειρότερα ένας καθρέφτης. Σε μια τέτοια κατάσταση, θα καταστραφεί η προσαρμογή που έχουν κάνει τα μάτια τους στο σκοτάδι και θα αποσυντονιστούν για αρκετά δευτερόλεπτα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επιχείρηση.

Κλείνοντας και προς επίρρωση των παραπάνω, θα αναφέρω μία πραγματική ιστορία ενός Έλληνα αστυνομικού, τον οποίον για τη διευκόλυνση της αφήγησης θα ονομάσω «Κώστα». Ο «Κώστας» πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε να καταδιώκει μόνος έναν ποινικό δραπέτη, νύχτα, μέσα σε ένα επαρχιακό κεφαλοχώρι… Αφού ο κακοποιός κινούνταν ανάμεσα στα στενά σοκάκια και τις αυλές των σπιτιών, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί την απόκρυψη που του παρείχε το σκοτάδι και τα συνεχή εμπόδια, ο «Κώστας» τον ακολουθούσε φωτίζοντάς τον σποραδικά με τον φακό του, πιστός στο «φωτίζω-σβήνω-κινούμαι». Κάποια στιγμή, ο κακοποιός αντιλαμβανόμενος ότι αδυνατούσε να διαφύγει τρέχοντας, αποφάσισε να εμπλακεί σε μάχη σώμα με σώμα με τον αστυνομικό και του επιτέθηκε. Ο «Κώστας» κατάφερε μεν να αναχαιτίσει την επίθεση, πλην όμως κατά τη διάρκεια της μάχης, η οποία εκτυλίχθηκε στο έδαφος, έχασε τον φακό του. Ο κακοποιός στη συνέχεια, κατά τη νέα προσπάθειά του να διαφύγει εγκλωβίστηκε σε μια αυλή με ψηλό τοιχίο. Πλέον, η υπόλοιπη ομάδα αστυνομικών συνέκλινε προς το σημείο από διάφορες κατευθύνσεις φωνάζοντας «Κώστα, φώτισε με φακό, να δούμε τη θέση σου». Ο «Κώστας» τότε αντιλήφθηκε πως έχει και δεύτερο φακό μαζί του, καθώς το υψηλό stressτης μάχης σώμα με σώμα είχε οδηγήσει το μυαλό του να «κλειδώσει» στον δραπέτη και μόνο. Πράγματι, φώτισε πολλές φορές ψηλά και προς όλες τις κατευθύνσεις, φωνάζοντας ταυτόχρονα με όση δύναμη του έμενε προς τους συναδέλφους του. Ο δραπέτης προσπάθησε να επιτεθεί ξανά στον «Κώστα», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διαφύγει, όμως δεν τα κατάφερε, καθώς τον πρόλαβαν δύο προστρέξαντες αστυνομικοί, οι οποίοι συνέδραμαν τον «Κώστα» και τελικά ο κακοποιός συνελήφθη εκ νέου.

Η ιστορία αυτή δίδαξε και διδάσκει πως οι θεμελιώδεις αρχές ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τη σκληρή πραγματικότητα των αληθινών αστυνομικών περιστατικών, καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση η ευλαβική τήρηση της έβδομης αρχής, ήτοι η ύπαρξη εφεδρικού φακού στο οπλοστάσιο του αστυνομικού, τον βοήθησε αφενός να επιβιώσει και αφετέρου να καταφέρει συλλάβει έναν επικίνδυνο δραπέτη κακοποιό.

ΒιβλιογραφίαΠηγές:

- Fight at night τουAndy Stanford

- Low light shooting, physiology, principles and techniques τηςStrategos International