Εξετάσεις Αρχιφυλάκων ΕΛ.ΑΣ.: Δείτε τα θέματα και τις απαντήσεις αυτών

Εξετάσεις Αρχιφυλάκων ΕΛ.ΑΣ.: Δείτε τα θέματα και τις απαντήσεις αυτών

Αρκετοί αναγνώστες του Policenet.gr έχουν επικοινωνήσει μαζί μας, προκειμένου να ενημερωθούν για τα θέματα των φετινών εξετάσεων Αρχιφυλάκων της ΕΛ.ΑΣ..

Το κέντρο νομικής κατάρτησης Nomopolis που - μεταξύ άλλων - εξειδικεύεται στην προετοιμασία αστυνομικών που λαμβάνουν μέρος στις εν λόγω προαγωγικές εξετάσεις, μας ενημερώνει για τα θέματα και τις απαντήσεις αυτών (διευκρινίζεται ότι η διατύπωση των πρακτικών είναι κατά προσέγγιση):

 

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Θεωρία:

Ρατσιστικό έγκλημα (10 μονάδες)

Πρακτικό:

Ο οδηγός Α κατευθυνόμενος επί της εθνικής οδού Αθηνών Λαμίας βρίσκει τον Β αιμόφυρτο στην άκρη του δρόμου και κατεβαίνει να δει τι συμβαίνει. Τότε διαπιστώνει ότι ο Β είναι νεκρός και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν διέρχεται κανείς από το σημείο παίρνει το τσαντάκι μέσης του Β, το οποίο είχε μέσα 500 ευρώ και το οποίο το ενθυλακώνει και αποχωρεί. Ερωτάται:

Α) ποια η ποινική ευθύνη του Α; (5 μονάδες)

Β) θα άλλαζε η απάντηση αν ο Α μετέφερε εν ζωή τον Β στο νοσοκομείο ΚΑΤ, στο οποίο πέθαινε μετά από 2 ώρες και ο Α εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία αυτή του έπαιρνε το τσαντάκι με τα χρήματα; (5 μονάδες)

Απάντηση:

Το ζήτημα που τίθεται στο υπό κρίση πρακτικό αφορά τη διάκριση του εγκλήματος της κλοπής από το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Ειδικότερα η κλοπή στοιχειοθετείται αντικειμενικά με την αφαίρεση από την κατοχή άλλου του ξένου κινητού πράγματος, προϋποθέτει δηλ. αφενός την κατάλυση της κατοχής άλλου φυσικού προσώπου και αφετέρου τη θεμελίωση νέας κατοχής από το δράστη. Αντιθέτως η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης πληρούται όταν ο δράστης ιδιοποιείται ξένο κινητό πράγμα που έχει ήδη στην κατοχή του. Η κατοχή στο ποινικό δίκαιο σημαίνει την φυσική εξουσίαση του πράγματος και τη βούληση εξουσίασής του, επομένως προϋποθέτει φυσικό πρόσωπο εν ζωή ενώ παύει, μόλις το πρόσωπο αποβιώσει. Περαιτέρω, δεν κληρονομείται και περιέρχεται μετά το θάνατο του προηγούμενου κατόχου στο πρόσωπο που την αποκτά πραγματικά.

Α) Ο Α παίρνει το τσαντάκι με τα πεντακόσια ευρώ στην κατοχή του και στη συνέχεια τα ιδιοποιείται. Δε νοείται ότι τα αφαίρεσε από τον Β, αφού αυτός είναι νεκρός και άρα έχει παύσει η κατοχή του. Κατά συνέπεια στοιχειοθετεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης.

Β) Στην περίπτωση αυτή ο Α παίρνει το τσαντάκι μετά το θάνατο του Β, αποκλείεται επομένως και εδώ η αφαίρεση από τον Β. Μετά το θάνατο όμως του Β το τσαντάκι περιήλθε στην κατοχή του διευθυντή του νοσοκομείου, ο οποίος κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών αποκτά κατοχή σε όλα τα πράγματα των ασθενών μετά το θάνατό τους. Άρα ο Α τέλεσε κλοπή αφαιρώντας από τον Β.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

1) Δημόσιοι υπόλογοι

2) Πειθαρχικές ποινές

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θεωρία:

1) Άρθρο 37 – Υποχρέωση για την ανακοίνωση αξιόποινης πράξης

2) Άρθρο 221 – Εξέταση χωρίς όρκο

Πρακτικό:

Ο καταστηματάρχης Α βρίσκει την Β να κλέβει το κατάστημά του. Τότε η Β τρέπεται σε φυγή ενώ την ακολουθεί ο Α κυνηγώντας την για να την συλλάβει. Στη διαδρομή ο Α βρίσκει ένα περιπολικό, ενημερώνει τους αστυνομικούς σχετικά και συνεχίζει την αναζήτηση της Β. Την επόμενη ημέρα στις 23:55 και ύστερα από συνεχή αναζήτηση το πλήρωμα του περιπολικού βρίσκει την Β, η οποία είχε μαζί της έναν σάκο γεμάτο με τα κλοπιμαία. Τότε τη συλλαμβάνουν και τη μεταφέρουν στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί ο Αξιωματικός Υπηρεσίας Γ κάνει σωματικό έλεγχο στη Β και βρίσκει ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο κατάσχει. Σημειώνεται ότι στο τμήμα παρευρίσκεται και η αστυφύλακας Δ. Ερωτάται:

Α) Ήταν νόμιμη η σύλληψη της Β;

Β) Ο καταστηματάρχης Α θα μπορούσε να συλλάβει τη Β;

Γ) Ήταν νόμιμη η σωματική έρευνα του Αξιωματικού Υπηρεσίας Γ;

Απάντηση:

Α) Η σύλληψη διενεργείται κατόπιν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένου βουλεύματος του ανακριτή ή βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου (άρθρο 276 ΚΠΔ). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η σύλληψη χωρίς ένταλμα ή βούλευμα στην περίπτωση του αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος (άρθρο 275 ΚΠΔ). Αυτόφωρο είναι το έγκλημα είτε την ώρα που γίνεται είτε που έγινε πρόσφατα, οπότε και αποκαλείται μη γνήσιο αυτόφωρο. Για τη συνδρομή του τελευταίου απαιτείται αφενός να μην έχει παρέλθει ολόκληρη η επόμενη ημέρα από την τέλεση του εγκλήματος, αφετέρου να συντρέχει αποδεικτικά υψηλός βαθμός πιθανολόγησης της τέλεσης του εγκλήματος, γεγονός που συντρέχει ιδίως όταν ο δράστης αμέσως μετά την τέλεση καταδιώκεται από τη δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, ή όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε να έχει αντικείμενα ή ίχνη τέλεσης του εγκλήματος (άρθρο 242 ΚΠΔ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συνδρομής της έννοιας του αυτοφώρου πλημμελήματος της κλοπής. Κατά συνέπεια ήταν νόμιμη η σύλληψη της Β χωρίς ένταλμα ή βούλευμα.

Β) Στην περίπτωση του αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος οι ανακριτικοί υπάλληλοι και κάθε αστυνομικό όργανο έχουν υποχρέωση, ενώ κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα σύλληψης του δράστη (άρθρο 275 ΚΠΔ). Συμπερασματικά ο Α θα μπορούσε να διενεργήσει τη σύλληψη.

Γ) Στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος οι ανακριτικοί υπάλληλοι διενεργούν αυτεπαγγέλτως τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για  τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων και την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος (άρθρο 243 παρ. 2, 251 ΚΠΔ). Μεταξύ αυτών των ανακριτικών πράξεων περιλαμβάνονται και οι σωματικές έρευνες οι οποίες πρέπει να διενεργούνται με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στο άρθρο 257 ΚΠΔ. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 257 ΚΠΔ, η σωματική έρευνα σε γυναίκα πρέπει να γίνεται μπροστά στον ανακριτικό υπάλληλο που τη διεξάγει και από γυναίκα της εκλογής του, η οποία δίνει τον όρκο του πραγματογνώμονα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η σωματική έρευνα σε βάρος της Β δεν ήταν νόμιμη, αφού έπρεπε να διενεργηθεί από γυναίκα και συγκεκριμένα την αστυφύλακα Δ.