Επιχειρησιακή εκπαίδευση και διοίκηση - Σύμμαχοι ή αντίπαλοι;

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΜΑΧΙΜΟ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΗ
Επιχειρησιακή εκπαίδευση και διοίκηση - Σύμμαχοι ή αντίπαλοι;

Γράφει ο Λάμπρος Δημητρέλος

Η λέξη κλειδί σε ό,τι έχει να κάνει με την αποδοτική επιχειρησιακή εκπαίδευση ήταν, είναι και θα μείνει πάντοτε η λέξη «ενδιαφέρον». Το πρόβλημα όμως της εκπαίδευσης δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Περιλαμβάνει δύο μέρη. Το πρώτο είναι το ενδιαφέρον εκ μέρους των κατωτέρων (ιεραρχικά σε μια ένοπλη δύναμη), οι οποίοι εκπαιδεύονται. Πολλά αντικείμενα εκπαίδευσης συχνά δεν έχουν κατανοηθεί αρκετά από τους εκπαιδευτές και η διδασκαλία τους είναι τόσο κακή ώστε οι εκπαιδευόμενοι καταλαμβάνονται από ανία και τελικά δε μαθαίνουν τίποτε, είτε λόγω έλλειψης προσοχής (του δέκτη), είτε λόγω έλλειψης κατάρτισης (του πομπού). Η ηγεσία της εκάστοτε ένοπλης δύναμης όμως, δυστυχώς κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει τον κακό χαρακτηρισμό της εκπαίδευσης ως μιας διαδικασίας βιαστικής και ασυντόνιστης, που περιλαμβάνει ανιαρές παρουσιάσεις, συνήθως σε ένα μικρό τμήμα της μονάδας και με μια νοοτροπία «αίθουσας διδασκαλίας» -πράγμα που σε μια μάχιμη μονάδα δεν προσφέρει τίποτα-, αντί για μια σύντομη και περιεκτική εκπαίδευση σε κάποιο πεδίο ασκήσεων. Το προρρηθέν ενδιαφέρον για την εκπαίδευση μπορεί να ενισχυθεί με πρωτότυπες και γεννημένες με φαντασία ασκήσεις, διανθισμένες με σύντομες περιόδους κριτικής και διδασκαλίας.

Κάθε διοικητής οφείλει να γνωρίζει τις δυνατότητες των στελεχών του, καθώς πάνω σε αυτές βασίζεται ο σχεδιασμός και η απαιτητή υλοποίησή του. Δε θα τις γνωρίσει ποτέ όμως, αν ο ίδιος δεν έχει βαθύ και ενεργό ενδιαφέρον για την εκπαίδευση.


Το δεύτερο μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με το ενδιαφέρον από την πλευρά εκείνων που διοικούν. Το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση πρέπει να αρχίζει από τον αρχηγό του επιτελείου και να συνεχίζεται σε όλα τα κλιμάκια της διοίκησης. Ανεξάρτητα από τις καθημερινές υποχρεώσεις που προφανώς υπάρχουν για τρέχοντα θέματα, διοικητικά θέματα και άλλα, εάν η εκπαίδευση για τη μάχη δεν επιδιωχθεί σθεναρά, η ένοπλη δύναμη θα χάσει την επιχειρησιακή ικανότητά της, την στρατηγική και ενδεχομένως την τακτική σημασία της και εν τέλει τον λόγο ύπαρξής της, καταλήγοντας να είναι ένας εσωστρεφής, φαύλος, διοικητικοκεντρικός οργανισμός.
 

Ο εκάστοτε διοικητής δε μπορεί να εξαιρεί τον εαυτό του από τις ασκήσεις και τις εκπαιδευτικές δοκιμασίες τις οποίες υφίστανται τα στελέχη του, καθόσον αυτές «χτίζουν» το κλίμα, το πνεύμα και το ηθικό της μονάδας.



Το πραγματικό προσωπικό ενδιαφέρον κάθε ατόμου για την απόκτηση κάποιας επιδεξιότητας τροφοδοτείται άμεσα από τις γενικότερες γνώσεις που έχει γι’ αυτήν. Για παράδειγμα ένα παιδί, δεν θα ανεχθεί για πολύ τα μαθήματα βιολιού εάν δεν αποκτήσει χάρη σε αυτά κάποια γενικότερη σχέση με τη μουσική, σε κάποιο λογικό βαθμό. Ένα παιδί που δε μπορεί να μάθει να «σουτάρει» ή να κάνει προσποίηση με τη μπάλα του μπάσκετ θα αποφεύγει αυτό το άθλημα προς όφελος ίσως του βιολιού! Πάντως, ανεξάρτητα με τα παραπάνω, εάν ένα άτομο ενδιαφέρεται πραγματικά να αποκτήσει κάποια δεξιότητα, θα μπορέσει να βοηθηθεί στην απόκτησή της με την καλή διδασκαλία. Κατά συνέπεια η καλή επιχειρησιακή διδασκαλία, μεταξύ των άλλων, αναπτύσσει τις ικανότητες και του διοικητή, όταν αυτός ενταχθεί ενεργά στη διαδικασία της εκπαίδευσης. Είναι βέβαιο ότι από τη στιγμή που ο εκπαιδευόμενος αξιωματικός αρχίσει να κατανοεί τις αρχές και την τεχνική της μάχης, με δική του πλέον πρωτοβουλία θα επιδείξει μεγάλο ενδιαφέρον για να βελτιώσει την ικανότητά του στην επιχειρησιακή πλευρά της διοίκησης μιας ένοπλης δύναμης. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι αναφέρομαι στο ενδιαφέρον που πρέπει να επιδεικνύουν τα ανώτερα κλιμάκια για την εκπαίδευση. Από την ανάλυση και μελέτη, σε διεθνές επίπεδο, παρελθόντων αποτυχημένων επιχειρήσεων -τα επονομαζόμενα «φιάσκο», προκύπτει ότι τις περισσότερες φορές αυτά οφείλονται στην ελαττωμένη μαχητική ικανότητα, η οποία με τη σειρά της είναι αποτέλεσμα της διάχυτης αδιαφορίας των ανώτερων διοικήσεων απέναντι στις επιχειρησιακές απαιτήσεις. Υπάρχει μια φανερή τάση μεταξύ των διοικητών, με μερικές εξαιρέσεις φυσικά, να εμπλέκονται τόσο πολύ με τα διοικητικά θέματα, ώστε όλη η βαρύτητα, τόσο στις γραπτές όσο και στις προφορικές κατευθύνσεις τους, να δίνεται σ’ αυτά τα προβλήματα, σε βάρος φυσικά της εκπαίδευσης. Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο για έναν νεαρό διοικητή, να νιώθει ότι η επαγγελματική του αξιολόγηση βασίζεται όχι στο κατά πόσο η ένοπλη δύναμη της οποίας ηγείται είναι επιχειρησιακά έτοιμη, αλλά στο κατά πόσο δεν προκύπτουν διοικητικές δυσλειτουργίες, ώστε να μη «συζητιέται» από τους ανωτέρους του. Αναμφίβολα οι περισσότεροι από τους σύγχρονους διοικητές επιθυμούν να έχουν υψηλού επιχειρησιακού επιπέδου υφισταμένους. Είναι όμως αδύνατον ο διοικητής να έχει προσωπική αντίληψη για το επίπεδο εκπαίδευσης και ετοιμότητας, εκτός αν ο ίδιος προσωπικά περνάει χρόνο δίπλα στο μάχιμο προσωπικό του, τόσο κατά τη διάρκεια τακτικών επιχειρήσεων και καθηκόντων αυτού, όσο και κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, μη εξαιρώντας τον εαυτό του από τις ασκήσεις και τις δοκιμασίες στις οποίες υπόκεινται οι υφιστάμενοί του. Μόνον έτσι θα είναι σε θέση να γνωρίζει το επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας των στελεχών του, το ηθικό τους, τη φυσική τους κατάσταση, καθώς και το πνεύμα - πειθαρχία από την οποία διακατέχονται.
 

 Το γεγονός ότι ο διοικητής (team/squad leader) της επιχειρησιακής ομάδας/μονάδας βρίσκεται στο κέντρο της διάταξης, δεν είναι τυχαίο, καθώς πρέπει να έχει πλήρη εικόνα της τρέχουσας κατάστασης. Αυτό όμως πρέπει να το τηρεί ευλαβικά και στην εκπαιδευτική διαδικασία, παραμένοντας στο «κέντρο» της μονάδας του, όπως η καρδιά στο ανθρώπινο σώμα.
 

Οι διοικητές, σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου να εκπαιδεύσουν τα στελέχη τους κατάλληλα και κατά τη διάρκεια αυτής της εκπαίδευσης να τα ελέγχουν κατάλληλα, είναι υποχρεωμένοι πρωτίστως οι ίδιοι να είναι άρτια εκπαιδευμένοι και να διακρίνονται για το υψηλό στρατηγικό, τακτικό και επιχειρησιακό τους επίπεδο. Αυτό όμως, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με προσωπικό ενδιαφέρον «ερωτικού τύπου» για τα μυστικά της δουλειάς, με τη μελέτη, την κατανόηση κι ακόμα με την αποδοχή της γοητείας από την οποία συνοδεύεται η τέχνη της ένοπλης/άοπλης μάχης - αντιπαράθεσης. Είναι αδύνατον κάποιος να ασκήσει αποτελεσματική διοίκηση σε ικανά και «ετοιμοπόλεμα» στελέχη, εάν ο ίδιος δεν έχει δώσει το απαραίτητο βάρος και ταυτόχρονα τα διαπιστευτήρια στην εκπαιδευτική διαδικασία μαζί τους. Η φιλοσοφία λοιπόν από την οποία πρέπει να διακατέχεται η διοίκηση όλων των βαθμίδων, δε μπορεί να έχει σχέση με τους εραστές της ρουτίνας, των τύπων, της ήσσονος προσπάθειας και του ωχαδερφισμού. Είναι καιρός να γίνει πλήρως κατανοητό πως η εκπαίδευση είναι η νούμερο δύο αποστολή κάθε ένοπλης δύναμης, μετά τη νούμερο ένα η οποία είναι η φυσική – καθ’ ύλην επιχειρησιακή αποστολή της. Γι’ αυτό λοιπόν, οι διοικητές οφείλουν να δίνουν τον τόνο στην εκπαίδευση και να γνωρίζουν πως η ατμόσφαιρα που δημιουργούν, επηρεάζει όλες τις προσπάθειες των υφισταμένων τους, θετικά ή αρνητικά.

 

Η συμμετοχή του διοικητή στην εκπαιδευτική διαδικασία, αφενός τον βοηθά να έχει ακριβή εικόνα του επιπέδου των υφισταμένων του, αφετέρου τον καθιστά ομότιμο μέλος της ομάδας στο κομμάτι των επιχειρησιακών ικανοτήτων κάτι το οποίο εξαργυρώνει με το να κερδίζει τον ειλικρινέστατο σεβασμό «μαχιμότητας».
 

Κλείνοντας, υπογραμμίζω κάτι που όσες φορές και να ειπωθεί είναι λίγο: οι βασικές αρχές της εκπαίδευσης δεν αλλάζουν. Τα όπλα αλλάζουν, η τεχνολογία προχωρά και η τακτική προσαρμόζεται κάθε φορά στη νέα πραγματικότητα. Οι βασικές αρχές της εκπαίδευσης όμως –το να προετοιμάσεις μια ένοπλη δύναμη να δώσει τη μάχη όταν χρειαστεί, με όσα μέσα διαθέτει- ελάχιστα αλλάζουν ή και καθόλου. Οι μεγάλες αλλαγές στην εκπαίδευση προέρχονται από τις κοινωνικές αλλαγές που επηρεάζουν την ανθρώπινη φύση. Ο φωτισμένος εκπαιδευτής εκμεταλλεύεται αυτές τις αλλαγές για να σφυρηλατήσει μια ακόμη καλύτερη μάχιμη δύναμη και να ανάψει τον σπινθήρα του ενδιαφέροντος για την εκπαίδευση στη νέα γενιά αξιωματικών και υπαξιωματικών, καθώς τα ουσιώδη δομικά χαρακτηριστικά μιας καλής ένοπλης δύναμης είναι να έχει υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και υψηλό επίπεδο πειθαρχίας…

Βιβλιογραφία:
Common sense training, του Arthur S. Collins, 1978.