Εργασία χωρίς πληρωμή με τη βούλα του Αρείου Πάγου!

ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εργασία χωρίς πληρωμή με τη βούλα του Αρείου Πάγου!

Απίστευτη απόφαση του Αρείου Πάγου.

 Κόντρα στην έως τώρα νομολογία του το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας  εξετάζοντας υπόθεση συμβασιούχων έκρινε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι  η εργασία μπορεί να παραμένει  απλήρωτη! 

 Στην  αυτή απόφαση κατέληξε ο Άρειος Πάγος  ( το Β1 Τμήμα, με προεδρεύοντα τον αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη και μέλη τους Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυώνη (εισηγητής της υπόθεσης) και Γεώργιο Αναστασάκο) ,απορρίπτοντας  τις  αγωγές δέκα μουσικών της φιλαρμονικής του Δήμου Αθηναίων που είχαν εργαστεί με διαδοχικές ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Οι μουσικοἰ είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη υποστηρίζοντας  ότι κατ’ επίφαση και καταχρηστικά οι συμβάσεις τους χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ακὀμα  ότι, καθ’ όλο το διάστημα που εργάζονταν, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου.

Έτσι, και δεδομένου ότι για την εργασία τους αυτή δεν είχαν πληρωθεί από τον Δήμο, ζήτησαν  να τους καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές τους, τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας.

Κι ενώ το Πρωτοδικείο Αθηνών τους δικαίωσε  ο Άρειος Πάγος στον οποίο κατέληξε η υπόθεση είχε εντελώς αντίθετη γνώμη.

Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι η αγωγή των μουσικών είναι παράνομηγιατί   προσλήφθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 103.  Έτσι  , κατά τον Άρειο Πάγο,  απαγορεύεται η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (μονιμοποίηση), ακόμη και στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους.

Ακόμη, ο Άρειος Πάγος, στην επίμαχη   απόφασή του, επικαλείται τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις (νόμοι 2190/1994 και 2527/1997) που προβλέπουν ότι οι Δήμοι, κ.λπ. με τη λήξη της πρώτης σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου πρέπει να σταματήσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές.

 Σε αντίθετη περίπτωση, οι αποδοχές που θα χορηγούνται στους συμβασιούχους θα καταλογίζονται στους Δημάρχους, ενώ παράλληλα θα διώκονται οι τελευταίοι για παράβαση καθήκοντος.

Στο σκεπτικό τους  οι αρεοπαγίτες υπογραμμίζουν ακόμα ότι, εφόσον ο νόμος απαγορεύει τη μετατροπή της σύμβασης ορισμένου  χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, «δεν είναι δυνατός» ο χαρακτηρισμός τους ως έγκυρης ή άκυρης σύμβασης εργασίας.

Και αυτό γιατί δεν δυνατόν «η ίδια έννομη σχέση να χαρακτηρίζεται αναγκαίως (κατά νομοθετική επιταγή) ως σύμβαση μισθώσεως έργου και παράλληλα να θεωρείται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας».

Έτσι οι αρεοπαγίτες κατέληξαν ότι η εργασία που προσφέρεται κατά παράβαση νομοθετικών διατάξεων «απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και τέτοια δεν δημιουργεί καμία αξίωση αμοιβής, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη».

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, με εκατοντάδες έως τώρα αποφάσεις του, όταν δίκαζε αγωγές εργαζομένων του δημοσίου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις  μίσθωσης έργου (συμβασιούχοι), οι οποίοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, δεν προέβαινε μεν στη μονιμοποίησή των εργαζομένων ,τους επιδίκαζε όμως  τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.

thetoc.gr