Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Εικόνα
14:07 | 07/06/2015

Η Επιχείρηση «ΚΙΜΑΣ» (Operation “Mincemeat”) υπήρξε ένα επιτυχημένο Βρετανικό σχέδιο παραπλάνησης κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (Β΄ ΠΠ). Ο «ΚΙΜΑΣ» έπεισε την ανωτάτη Γερμανική ηγεσία ότι οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν την εισβολή στην Ελλάδα και τη Σαρδηνία το 1943, αντί για της Σικελίας, που ήταν ο πραγματικός τους αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ). Τούτο επετεύχθη με το να πείσουν τους Γερμανούς ότι είχαν, τυχαία, πέσει στα χέρια τους «άκρως απόρρητα» έγγραφα, που έδιναν με λεπτομέρεια τα Συμμαχικά πολεμικά σχέδια. Τα έγγραφα αυτά συνόδευαν την σωρό ενός αξιωματικού που αφέθηκε σκόπιμα να εκβρασθεί σε κάποια ακτή της Ισπανίας. Η αλήθεια απεκαλύφθη το 1953 με το βιβλίο «Ο Άνθρωπος Που Δεν Υπήρξε Ποτέ» («The Man Who Never Was»). 

 

Περί Παραπλάνησης κι Εξαπάτησης

Αλλά, ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν σχεδιάζεται μια επιθετική επιχείρηση, εκείνο που προέχει όλων των ενεργειών είναι η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την επιτυχία αυτής. Η δημιουργία αυτών προϋποθέτει τις ανάλογες προκαταρκτικές ενέργειες που αποσκοπούν στην εξαπάτηση του εχθρού για τον σχεδιαζόμενο ελιγμό, την απόκτηση πρωτοβουλίας, τη συλλογή πληροφοριών, τη βελτίωση της βάσεως εξορμήσεως, κτλ. Όταν, λοιπόν, σχεδιάζεται μια επιχείρηση, σχεδιάζονται παράλληλα και οι προκαταρκτικές ενέργειες, έχοντας πάντα κατά νου την σπουδαιότερη των αρχών του πολέμου που είναι ο αιφνιδιασμός. Ο αιφνιδιασμός επιτυγχάνεται με την προσβολή του εχθρού σε αποφασιστικό τόπο, σε κατάλληλο χρόνο και κατά τρόπο μη αναμενόμενο ή και με μέσα άγνωστα σε αυτόν. Το να έχει ο εχθρός πλήρη άγνοια των όσων πρόκειται να συμβούν δεν είναι τόσο ουσιώδες, όσο είναι ν’ αντιληφθεί αυτό τόσο αργά, ώστε να μη διαθέτει το χρόνο γι’ αποτελεσματική αντίδραση. Η επιτυχία του αιφνιδιασμού είναι δυνατόν να μεταβάλλει την υφιστάμενη μεταξύ των αντιπάλων δυνάμεων σχέση υπέρ αυτού που επιτυγχάνει τον αιφνιδιασμό. Πρέπει πάντοτε να υπάρχουν σοβαρές δυνάμεις για την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν με τον αιφνιδιασμό. Ο αιφνιδιασμός κυρίως επιτυγχάνεται με την ταχύτητα ενεργείας, την εξαπάτηση και την μυστικότητα, τις ακριβείς πληροφορίες, την τροποποίηση των συνήθων μεθόδων, την εκμετάλλευση νέων μέσων και τεχνικών, την ενέργεια από απίθανες κατευθύνσεις και με απροσδόκητη δύναμη, την τόλμη και την απόκρυψη. Εξ αυτών, στην υπόψη επιχείρηση, χρησιμοποιήθηκε λίγο απ’ όλα, αλλά κυρίως η εξαπάτηση και η μυστικότητα.

 

Ο Σχεδιασμός της Παραπλάνησης

Βρισκόμαστε στο 1942, η Επιχείρηση «ΠΥΡΣΟΣ» (Operation “Torch” – απόβαση των Συμμάχων στην ΒΔ Αφρική) είναι επικείμενη και ο θρίαμβος των Συμμάχων στην Β Αφρική ολοκληρώνεται. Οι επιτελείς των Συμμάχων σχεδιάζουν το επόμενο βήμα του πολέμου. Αποφασίζουν να συνεχίσουν τις επιθέσεις στο Θέατρο Επιχειρήσεων (ΘΕ) της Μεσογείου. Ο έλεγχος της Σικελίας θα εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην Μεσόγειο στους Συμμάχους και θα επιτρέψει μια εισβολή στην ηπειρωτική Ευρώπη, σκέψη που έκανε την Σικελία τον ευνόητο στρατηγικό ΑΝΣΚ. Οι Γερμανοί επιτελείς, φυσικά, αντιλαμβάνονταν το ίδιο [1]. Επιπλέον, μια μαζική Συμμαχική προπαρασκευαστική συγκέντρωση [2] για την εισβολή αυτή θα εντοπίζονταν αμέσως διότι σίγουρα δεν θα μπορούσε να κρυφτεί. Οι Γερμανοί θ’ αντιλαμβάνονταν την επικείμενη μεγάλης κλίμακας επιθετική ενέργεια. Αλλά, εάν οι Σύμμαχοι κατόρθωναν να παραπλανήσουν τους Γερμανούς για το πού κατευθύνονταν η επίθεση, οι Γερμανοί θα διέσπειραν τις δυνάμεις τους ή θα διοχέτευαν κάποια σοβαρά τμήματα αυτών στους παραπλανητικούς ΑΝΣΚ, γεγονός που θα διευκόλυνε την επιτυχία της εισβολής. Αρκετούς μήνες πριν, ο Υποσμηναγός Τσαρλς Σόλμοντλυ του Τμήματος Β1 της Αγγλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών («ΜΙ – 5»), πρότεινε την ρίψη ενός νεκρού άνδρα, με ένα ημιανεπτυγμένο αλεξίπτωτο (που είχε πάθει εμπλοκή) στη Γαλλία, μαζί με μια συσκευή ασυρμάτου, ώστε να τον βρουν οι Γερμανοί. Η ιδέα ενεργείας προέβλεπε την παραπλάνηση, ώστε να νομίσουν οι Γερμανοί ότι οι Σύμμαχοι δεν γνώριζαν την ανεύρεση από τους Γερμανούς του ασύρματου και οι χειριστές προσποιούμενοι ότι ήταν πράκτορες να τους τροφοδοτήσουν έτσι με παραπλανητικές πληροφορίες. Η ιδέα αυτή απερρίφθη σαν μη εφικτή. Όμως, η ιδέα επανήλθε αργότερα από την Επιτροπή ΧΧ, την μικρή κοινή διακλαδική ομάδα πληροφοριών που ήταν υπεύθυνη για τους διπλούς πράκτορες. Ο Σόλμοντλυ ήταν μέλος της Επιτροπής ΧΧ, όπως ήταν και ο Αντιπλοίαρχος Ίαν Μόνταγκιου, αξιωματικός πληροφοριών του Βασιλικού Ναυτικού. Ο Μόνταγκιου και ο Σόλμοντλυ βελτίωσαν την προηγούμενη ιδέα ώστε ν’ αποτελέσει ένα πραγματοποιήσιμο σχέδιο, χρησιμοποιώντας έγγραφα αντί ασυρμάτου. Η Επιτροπή σκέφτηκε να βάλλει τα έγγραφα σε σωρό στρατιωτικού με αλεξίπτωτο που δεν άνοιξε πλήρως. Όμως, οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά ότι οι Σύμμαχοι δεν θα έστελναν ευαίσθητα έγγραφα πάνω από περιοχή που κατέχει ο εχθρός, κι έτσι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν κάποιον άνδρα, θύμα αεροπορικού ατυχήματος στη θάλασσα. Αυτό βοηθούσε στο να εξηγηθεί ο θάνατος του ανδρός πριν από αρκετές ημέρες, αλλά και το πώς αυτός μετέφερε απόρρητα έγγραφα. Η σωρός θα εκβράζονταν στην Ισπανία, όπου η τυπικά ουδέτερη κυβέρνηση ήταν γνωστό ότι συνεργάζονταν με την Γερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών (“Abwehr”). Οι Βρετανοί ήταν σίγουροι ότι οι Ισπανικές αρχές θα έψαχναν το σώμα και ότι θα επέτρεπαν στους Γερμανούς πράκτορες να εξετάσουν όλα όσα βρεθούν πάνω του. Ο Μόνταγκιου έδωσε στην επιχείρηση την κωδική ονομασία «ΚΙΜΑΣ» (“Mincemeat”).

[1] Ο ίδιος ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ είχε σχολιάσει: «Ο καθένας, πλην ίσως κάποιου ηλιθίου, είχε αντιληφθεί ότι θα ήταν η Σικελία (ο επόμενος στόχος)».

[2] Ονομάσθηκε Επιχείρηση «Στιβαρός» (Operation “HUSKY”). 

 

Όσα Προηγήθηκαν

Η μέθοδος τοποθέτησης εγγράφων σε πτώμα δεν ήταν καινούρια. Δύο γεγονότα που προηγήθηκαν υποδεικνύουν ότι ο Μόνταγκιου το γνώριζε αυτό. Το ένα συνέβη πριν από την Μάχη της Άλαμ Χάλφα, στην Β Αφρική τον Αύγουστο του 1942. Ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σ’ ένα κατεστραμμένο όχημα αναγνωρίσεως εντός ναρκοπεδίου, στο μέτωπο της Γερμανικής 90ης Ελαφράς Μεραρχίας, στα νότια του Κουαρέτ ελ Αμπντ. Πάνω στο πτώμα υπήρχε χάρτης που έδειχνε τις θέσεις ανύπαρκτων Βρετανικών ναρκοπεδίων. Οι Γερμανοί παραπλανήθηκαν και τα τεθωρακισμένα του Ρόμμελ οδηγήθηκαν μέσα σε περιοχές μαλακής άμμου όπου και τελμάτωσαν. Το δεύτερο γεγονός δεν μπορεί καν να ονομασθεί παραπλάνηση, αλλά μάλλον μπορούμε να πούμε ότι “τη γλίτωσαν παρά τρίχα”. Τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα υδροπλάνο τύπου «Καταλίνα» συντρίβει στ’ ανοικτά του Καδίθ, μεταφέροντας τον οικονομικό Υπολοχαγό Τζέϊμς Χάντεν Τέρνερ, σαν ταχυδρόμο. Μετέφερε μια επιστολή του Στρατηγού Μαρκ Κλαρκ προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ, η οποία ονομάτιζε Γάλλους πράκτορες στη Βόρεια Αφρική και έδιδε τις ημερομηνίες των αποβάσεων του «ΠΥΡΣΟΥ» σαν 4 Νοεμβρίου 1942 (αν και η πραγματική ημερομηνία ήταν 8 Νοεμβρίου). Η σωρός του Τέρνερ εξεβράσθη στην ακτή κοντά στην Ταρίφα και την περισυνέλεξαν οι Ισπανικές Αρχές. Όταν η σωρός επεστράφη στους Βρετανούς, η επιστολή ήταν ακόμη επάνω στον νεκρό και οι τεχνικοί ήταν κατηγορηματικοί στο ότι ποτέ δεν ανοίχθηκε. Οι Γερμανοί είχαν τα μέσα να διαβάσουν την επιστολή δίχως να ανοίξουν τον φάκελο, αλλά κι εάν το έκαναν, προφανώς απεφάσισαν ότι αυτή είχε «φυτευτεί» και οι πληροφορίες που περιείχε ήταν πλασματικές, γι’ αυτό και τις αγνόησαν. 

 

Ο Ταγματάρχης Ουίλιαμ Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών

Με την βοήθεια του διάσημου παθολόγου σερ Μπερνάρ Σπίλσμπουρυ, ο Μόνταγκιου και η ομάδα του απεφάνθησαν για το τι είδους σωρό χρειάζονταν: έναν άνδρα που θα έμοιαζε να έχει χάσει τη ζωή του στη θάλασσα από υποθερμία και πνιγμό και κατόπιν εξεβράσθη στην ακτή μετά από μερικές μέρες. Όμως, το να βρεθεί κατάλληλο πτώμα φαινόταν σχεδόν αδύνατο, καθώς οι έρευνες θα προκαλούσαν συζητήσεις και φάνταζε αδύνατο να πεις στους πλησιέστερους συγγενείς ενός νεκρού τον σκοπό που χρειαζόσουν την σωρό του. Εντούτοις, κάτω από αθόρυβη πίεση, ο Μπέντλεϋ Πέρτσις, ιατροδικαστής του διαμερίσματος Αγίου Πάνκρας του Λονδίνου, απέκτησε την σωρό ενός 34χρονου άνδρα, με τον όρο ότι η πραγματική του ταυτότητα δεν θα αποκαλύπτονταν ποτέ. Ο άνδρας είχε πεθάνει από πνευμονία που προκλήθηκε από χημικά, σαν αποτέλεσμα κατάποσης ποντικοφάρμακου. Έτσι, υπήρχαν υγρά στους πνεύμονές του, τα οποία μπορούσαν να ξεγελάσουν ότι είχαν προκληθεί από θάνατο στη θάλασσα – πλην ίσως κάποιου παθολόγου ικανού σαν τον σερ Μπερνάρ, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε στην Ισπανία κάποιος ισάξιός του. Το επόμενο βήμα θα ήταν η δημιουργία του «μύθου»: μιας πλαστής ταυτότητας για τον νεκρό άνδρα. Δημιούργησαν τον «Ταγματάρχη Ουίλιαμ Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών», γεννημένο το 1907 στο Κάρντιφ της Ουαλίας και τοποθετημένο στο Στρατηγείο Διακλαδικών Επιχειρήσεων.

Σαν Βασιλικός Πεζοναύτης, ο Ταγματάρχης Μάρτιν υπαγόταν κάτω από τη δικαιοδοσία του Ναυαρχείου και θα ήταν απλό να εξασφαλισθεί ώστε η όλη επίσημη διερεύνηση του θανάτου του και η σχετική αλληλογραφία θα διεκπεραιώνονταν από τον Κλάδο Πληροφοριών του Ναυτικού. Οι διαδικασίες του Στρατού ήταν διαφορετικές και θα ελέγχονταν πολύ πιο λεπτομερώς. Επίσης, θα μπορούσαν να του φορέσουν στολή μάχης του Στρατού («μπατλ-ντρες», οι οποίες ήταν έτοιμες) και όχι στολή ναυτικού[1]. Ο βαθμός του Ταγματάρχη ήταν αρκετά υψηλός ώστε να του εμπιστευθούν αναλόγου ευαισθησίας έγγραφα, αλλά όχι τόσο σημαντικός ώστε να τον γνωρίζουν πολλοί. Το όνομα «Μάρτιν» επελέγη διότι υπήρχαν αρκετοί Μάρτιν περίπου αυτού του βαθμού στους Βασιλικούς Πεζοναύτες. Για το χτίσιμο του μύθου βρήκαν και μια μνηστή με το όνομα Παμ. Ο Ταγματάρχης Μάρτιν έφερε και κάποια φωτογραφία της «Παμ» (μιας υπαλλήλου του ΜΙ – 5 στην πραγματικότητα), δύο ερωτικά γράμματα και μια απόδειξη πληρωμής κοσμηματοπωλείου για ένα δακτυλίδι αρραβώνων. Είχε επίσης και ένα στομφώδες γράμμα από τον πατέρα του, μια επιστολή από τον οικογενειακό τους δικηγόρο και μια επιστολή από την Τράπεζα Λόυντς που απαιτούσε πληρωμές για ακάλυπτους λογαριασμούς ύψους £ 79 19 σελινιών και 2 πεννών. Υπήρχαν αποκόμματα εισιτηρίων από το Θέατρο του Λονδίνου, εισιτήρια λεωφορείων, ένας λογαριασμός για διαμονή τεσσάρων ημερών στη Λέσχη Ναυτικού και Στρατού και μια απόδειξη από τους Γκήβς & Χόουκς για ένα καινούργιο πουκάμισο [2]. Όλα αυτά δημιουργήθηκαν πάνω σε αυθεντικό χαρτί και με επίσημα έγγραφα. Οι ημερομηνίες των αποκομμάτων των εισιτηρίων και της αποδείξεως διαμονής έδειχναν ότι ο Ταγματάρχης Μάρτιν αναχώρησε από το Λονδίνο στις 24 Απριλίου. Εφόσον το σώμα του εξεβράζετο στην ακτή στις 30 Απριλίου, πιθανώς μετά από αρκετές ημέρες στη θάλασσα, τότε θα πρέπει να είχε ταξιδέψει αεροπορικώς από την Αγγλία και να έπεσε στη θάλασσα. Για να κάνουν την ιστορία του Μάρτιν ακόμη πιο πιστευτή, ο Μόνταγκιου και η ομάδα του απεφάσισε να δείξει ότι ήταν και λίγο απρόσεκτος. Το δελτίο ταυτότητός του έφερε την ένδειξη ότι ήταν σε αντικατάσταση προηγουμένου που είχε χάσει και το δελτίο εισόδου του στο Στρατηγείο Διακλαδικών Επιχειρήσεων είχε λήξει μερικές εβδομάδες πριν την αναχώρησή του και δεν είχε ανανεωθεί. Αυτό το τελευταίο έφερε και κάποια στοιχεία ρίσκου, καθώς η Abwehr πιθανόν να υποψιαζόταν έναν απρόσεκτο άνδρα που του έχουν εμπιστευθεί τόσο ευαίσθητα έγγραφα.

[1] Οι στολές του Ναυτικού ράβονταν στα μέτρα του κάθε αξιωματικού στα ραφεία Γκηβς & Χόουκς του Σάβιλ Ρω, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καλέσουν τον ράφτη του Γκηβς να έρθει για να πάρει τα μέτρα του πτώματος.

[2] Τούτο ήταν λάθος: ήταν απόδειξη τοις μετρητοίς, ενώ οι αξιωματικοί δεν πλήρωναν ποτέ τον Γκηβς με μετρητά. Όμως, οι Γερμανοί δεν το αντελήφθησαν. 

 

Τα παραπλανητικά έγγραφα

Και ενώ η ταυτότητα κάλυψης δημιουργήθηκε από τον Μόνταγκιου και την ομάδα του, ταυτόχρονα φτιάχτηκαν και τα πλαστά έγγραφα που θα μετέφερε. Ο Μόνταγκιου με την ομάδα του επέμεναν ότι αυτά θα έπρεπε να είναι ανωτάτου επιπέδου, έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι οι υποτιθέμενοι αποστολείς έχουν πλαστογραφηθεί. Το κυριότερο έγγραφο ήταν μια προσωπική επιστολή του «Άρτσι Νύε» (Αντιστράτηγου σερ Άρτσιμπαλντ Νύε, Υπαρχηγού του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου) προς τον «Αγαπητό Άλεξ» (Στρατηγό σερ Χάρολντ Αλεξάντερ, διοικητή της 18ης Ομάδος Στρατιών στην Αλγερία και Τυνησία). Η επιστολή κάλυπτε αρκετά «ευαίσθητα» θέματα, όπως την (ανεπιθύμητη) απονομή των μεταλλίων της Πορφυράς Καρδιάς από τις δυνάμεις των ΗΠΑ σε Βρετανούς στρατιωτικούς που υπηρετούσαν μαζί τους και την ανάθεση καθηκόντων νέου διοικητού στην Ταξιαρχία Φρουρών. Αυτό θα εξηγούσε το γιατί μεταφέρονταν με αγγελιοφόρο και δεν είχε αποσταλεί μέσω του συστήματος της λοιπής αλληλογραφίας. Για το συγκεκριμένο θέμα των Συμμαχικών σχεδίων για τη Μεσόγειο, η επιστολή αναφέρονταν στην Επιχείρηση «ΣΤΙΒΑΡΟΣ» σαν την εισβολή στην Ελλάδα από στρατεύματα που βρίσκονταν στην Αίγυπτο και τη Λιβύη υπό τις διαταγές του Στρατηγού Ουίλσον. Ονομάζονταν δε δύο από τις ακτές αποβάσεως και κάποιες από τις μονάδες που θα λάμβαναν μέρος. («ΣΤΙΒΑΡΟΣ» ήταν στην πραγματικότητα η επιχείρηση κατά της Σικελίας). Η επιστολή μνημόνευε επίσης τον σχεδιασμό μιας δεύτερης επίθεσης, την Επιχείρηση «ΚΟΛΑΣΗ», για την οποία ο κρυφός στόχος θα ήταν η Σικελία.

Αυτό σήμαινε ότι οι δυνάμεις του Αλεξάντερ στην Τυνησία θα εισέβαλαν στην Σαρδηνία, που αποτελούσε τον μόνο λογικό στόχο που απέμενε. Ο «Άρτσι» πρόσθετε ότι «έχουμε μια πολύ καλή ευκαιρία να τους κάνουμε (τους Γερμανούς) να νομίσουν ότι έχουμε στόχο τη Σικελία». Η επιστολή συνετάχθη από τον ίδιο τον σερ Άρτσιμπαλ. Υπήρχε επίσης μια συστατική επιστολή για τον Ταγματάρχη Μάρτιν, από τον διοικητή «του», τον Ναύαρχο Μαουντμπάτεν, προς τον Ναύαρχο Κάνιγκαμ, Διοικητή των Συμμαχικών Ναυτικών Δυνάμεων Μεσογείου. Η επιστολή αυτή περιλάμβανε και ένα άνοστο αστείο που έκανε λογοπαίγνιο με τη λέξη «σαρδέλες», το οποίο περιέλαβε ο Μόνταγκιου ελπίζοντας ότι οι Γερμανοί θα το έβλεπαν σαν αναφορά στην σχεδιαζόμενη εισβολή στη Σαρδηνία. Οι Γερμανοί (και οι Ισπανοί φίλοι τους) δεν είχαν προφανώς αντιληφθεί το γράμμα στη τσέπη του οικονομικού Υπολοχαγού Τέρνερ, γι’ αυτό η ομάδα Μόνταγκιου απεφάσισε να βάλει τα έγγραφα σε χαρτοφύλακα, που δεν ήταν δυνατόν ν’ αγνοηθεί. Για την δικαιολόγηση του γεγονότος ότι μεταφέρονταν έγγραφα με χαρτοφύλακα, δόθηκαν στον «Ταγματάρχη Μάρτιν» δύο αντίγραφα του επισήμου πρωτοτύπου του εγχειριδίου των «Διακλαδικών Επιχειρήσεων» του Χίλαρυ Σώντερς και μια επιστολή του Μαουντμπάντεν προς τον Στρατηγό Αϊζενχάουερ, ζητώντας του να συντάξει ένα σύντομο πρόλογο για την Αμερικανική έκδοση του εγχειριδίου. Ήταν επίσης απαραίτητο να διασφαλίσουν ότι το σώμα και ο χαρτοφύλακας με τα έγγραφα θα ήταν αναπόσπαστα για να βρεθούν μαζί. Στην αρχή η ομάδα σκέφτηκε να κρατηθεί ο χαρτοφύλακας σφικτά στο χέρι του πτώματος από την νεκρική ακαμψία.

Αλλά η ακαμψία ήταν πολύ πιθανό να χαλαρώσει και ο χαρτοφύλακας να χάνονταν. Έτσι, εξασφάλισαν και εξόπλισαν τον Ταγματάρχη Μάρτιν με χειροπέδες που είχαν εσωτερική δερμάτινη κάλυψη, όπως αυτές που χρησιμοποιούσαν οι αγγελιοφόροι τραπεζών ή κοσμηματοπωλών για να διασφαλίσουν τους χαρτοφύλακες από κλοπές. Η αλυσίδα κατεβαίνει διακριτικά μέσα από το μανίκι μέχρι τον χαρτοφύλακα. Οι Βρετανοί Αξιωματικοί αγγελιαφόροι δεν χρησιμοποιούσαν τέτοιες χειροπέδες, αλλά οι Γερμανοί δεν θα το γνώριζαν, ούτε και θα ήταν σίγουροι ότι ένας αληθινός «Ταγματάρχης Μάρτιν» δεν θα το χρησιμοποιούσε για μια τέτοια ειδική περίσταση. Δεν έμοιαζε πιθανό το ότι ο Ταγματάρχης θα κρατούσε τον χαρτοφύλακα δεμένο στον καρπό του κατά τη διάρκεια της μακράς πτήσεως από την Βρετανία, γι’ αυτό και η αλυσίδα περάστηκε μέσα από τη ζωστήρα του χιτωνίου του.

 

Η Εκτέλεση

Ο Ταγματάρχης Μάρτιν, με την στολή μάχης των Βασιλικών Πεζοναυτών, τοποθετήθηκε μέσα σ’ ένα ατσάλινο κιβώτιο. Γέμισαν το κιβώτιο με ξηρό πάγο και το σφράγισαν. Όταν ο ξηρός πάγος έλιωσε, γέμισε το κιβώτιο με διοξείδιο του άνθρακα το οποίο έδιωξε κάθε ίχνος οξυγόνου κι έτσι το πτώμα διατηρήθηκε δίχως ψύξη. Οι Σολμόντλυ και Μόνταγκιου μετέφεραν το κιβώτιο στο Χόλυ Λόχ, στην Σκωτία, όπου φορτώθηκε στο Βρετανικό υποβρύχιο «ΣΕΡΑΠΦ» (HMSSERAPH).

Ο κυβερνήτης του «SERAPH», Υποπλοίαρχος Μπιλ Τζιούελ και το πλήρωμα είχαν προηγούμενες εμπειρίες ειδικών επιχειρήσεων. Ο Τζιούελ ενημέρωσε τους άνδρες του ότι το ατσάλινο κιβώτιο περιείχε άκρως απόρρητη μετεωρολογική συσκευή που θα την εγκαθιστούσαν κοντά στην Ισπανία. Στις 19 Απριλίου, το «ΣΕΡΑΠΦ» απέπλευσε. Στις 30 Απριλίου έφθασε σε κάποιο σημείο γύρω στο ένα μίλι έξω από τις ακτές της Ισπανίας, κοντά στην κωμόπολη Χουέλβα. Οι Βρετανοί γνώριζαν ότι υπήρχε πράκτορας της Γερμανικής υπηρεσίας κατασκοπίας στην Χουέλβα, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τις εκεί Ισπανικές αρχές. Στις 04:30 της 30ης Απριλίου το «ΣΕΡΑΠΦ» αναδύθηκε. Ο Υποπλοίαρχος Τζιούελ μετέφερε το κιβώτιο στο κατάστρωμα και κατόπιν έστειλε όλο το πλήρωμα στο εσωτερικό του υποβρυχίου, εκτός των αξιωματικών. Τους ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες της απόρρητης επιχείρησης. Άνοιξαν το κιβώτιο, φόρεσαν στον Ταγματάρχη Μάρτιν ένα σωσίβιο διάσωσης και του έδεσαν τον χαρτοφύλακα με τα έγγραφα. Ο Τζιούελ ανέγνωσε τον 39ο Ψαλμό, αν και η τελετή ταφής δεν καθορίζονταν στην διαταγή εκτελέσεως της επιχειρήσεως, και η σωρός αφέθηκε απαλά στη θάλασσα. Η παλίρροια θα τον εξέβραζε στην ακτή. Κατόπιν, ο Τζιούελς έστειλε το εξής σήμα στην Επιτροπή: «ΚΙΜΑΣ ολοκληρώθηκε». Το πτώμα βρέθηκε γύρω στις 09:30 πμ. από ένα ντόπιο ψαρά, τον Χοσέ Αντόνιο Ρέυ Μαρία.

 

«Ο Κιμάς Καταναλώθηκε Όλος»

Τρεις ημέρες αργότερα, ο Βρετανός Ναυτικός Ακόλουθος στην Ισπανία ανέφερε την ανεύρεση του πτώματος και η Επιτροπή ενημερώθηκε. Το πτώμα παρεδόθη στον Βρετανό Υποπρόξενο Φ. Κ. Χάζελντην και ο Ταγματάρχης Μάρτιν ετάφη στην Χουέλβα με πλήρεις στρατιωτικές τιμές, στις 4 Μαΐου. Ο Υποπρόξενος κανόνισε κάποιον παθολόγο, τον Εντουάρδο Ντελ Τόρνο, να κάνει την νεκροψία. Ο Ντελ Τόρνο ανέφερε ότι ο άνδρας είχε πέσει στη θάλασσα ενώ ευρίσκονταν ακόμη σε ζωή δίχως να έχει μώλωπες, ο θάνατος προήλθε από πνιγμό και η σωρός του έμεινε στη θάλασσα μεταξύ 3 και 5 ημερών. Δεν έγινε κάποια ποιο ενδελεχής εξέταση, διότι ο παθολόγος τον εξέλαβε σαν Ρωμαιοκαθολικό, λόγω ενός ασημένιου εσταυρωμένου που κρεμόταν από τον λαιμό του και μιας πλάκας με τον Άγιο Χριστόφορο που ευρέθη μέσα στο πορτοφόλι του, τούτα τοποθετήθηκαν ειδικά γι’ αυτόν τον λόγο: να αποθαρρύνουν μια λεπτομερή εξέταση της σωρού.

Ο Μόνταγκιου φρόντισε να συμπεριληφθεί ο Ταγματάρχης Μάρτιν και στις δημοσιευθείσες καταστάσεις Βρετανικών απωλειών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στους «Τάϊμς» της 4ης Ιουνίου, για την περίπτωση που οι Γερμανοί ήλεγχαν κι αυτό. Από σύμπτωση, τα ονόματα δύο άλλων αξιωματικών, οι οποίοι έχασαν την ζωή τους όταν το αεροσκάφος τους χάθηκε στην θάλασσα, δημοσιεύθηκαν επίσης την ίδια ημέρα, προσδίδοντας αξιοπιστία στην ιστορία του Ταγματάρχη Μάρτιν. Για την αληθοφάνεια της ιστορίας, το Ναυαρχείο έστειλε μερικά μηνύματα στον Ναυτικό Ακόλουθο «ανησυχώντας» για τα έγγραφα που μετέφερε ο Ταγματάρχης Μάρτιν. Ο Ναυτικός Ακόλουθος κινήθηκε γρήγορα για τον εντοπισμό των εγγράφων και διέδωσε ότι εφόσον βρίσκονταν σε Ισπανικά χέρια τα αναζητούσε χωρίς να λογαριάζει τα έξοδα, αλλά επίσης αποφεύγοντας να συνεγείρει τις Ισπανικές αρχές για την σπουδαιότητά τους. Ο χαρτοφύλακας και τα έγγραφα παρελήφθησαν από το Ισπανικό Ναυτικό και επεστράφησαν στον Ν. Ακόλουθο από τον αρχηγό του Ισπανικού ΓΕΝ στις 13 Μαΐου, με την διαβεβαίωση ότι «άπαντα ήταν εκεί». Πλην όμως, οι Βρετανοί ήταν βέβαιοι ότι τα έγγραφα είχαν εξετασθεί από τους Ισπανούς και ότι το περιεχόμενό τους είχε σίγουρα φθάσει μέχρι τους Γερμανούς. Στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι Γερμανοί είχαν εξετάσει τα έγγραφα. Όταν βρέθηκε το πτώμα, ειδοποιήθηκε ο πράκτορας της Abwehr στην Χουέλβα Άντολφ Κλάους. Ήταν ο γιος του Γερμανού Προξένου και εργάζονταν κάτω από την κάλυψη αγροτο-τεχνίτη. Ανέφερε τους παραλήπτες των εγγράφων, αλλά δεν μπόρεσε ο ίδιος να έχει πρόσβαση σ’ αυτά. Αργότερα, οι Ισπανοί άνοιξαν μυστικά τους φακέλους και φωτογράφησαν τα έγγραφα. (Οι Γερμανοί επιθεώρησαν τους ξανακλεισμένους φακέλους.) Δόθηκαν αντίγραφα στην Abwehr, η οποία άμεσα μετέδωσε με ασύρματο το κείμενο του περιεχομένου στο Βερολίνο, με τα φωτοαντίγραφα των εγγράφων ν’ ακολουθούν μερικές μέρες αργότερα. Όταν τα έγγραφα εξετάσθηκαν από τους Άγγλους με την επιστροφή τους, δεν ήταν σίγουροι αν αυτά πράγματι ανοίχθηκαν και διανεμήθηκαν.

Η περαιτέρω επιβεβαίωση από ULTRA [1] προκάλεσε σημαντική αναφορά στον Τσώρτσιλ και κατόπιν στις ΗΠΑ που έλεγε: «Ο Κιμάς καταναλώθηκε όλος». Το όλο κόλπο με τα έγγραφα ασφαλώς και «το έχαψαν ολόκληρο». Μετά τον πόλεμο, οι σχετικοί φάκελοι της Abwehr κατελήφθησαν και εξετάσθηκαν από τους Βρετανούς. Η Abwehr είχε ανακηρύξει τα έγγραφα ως αυθεντικά και κυκλοφόρησαν στην ανωτάτη Γερμανική διοίκηση. Τα αντίγραφα των φακέλων έφεραν τ’ αρχικά και τις μονογραφές κορυφαίων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου του Ναυάρχου Ντένιτζ και του Επιτελάρχη του Χίτλερ, Στρατάρχη Κάϊτελ. Υπήρχαν σχόλια που δεικνύουν ότι ο ίδιος ο Χίτλερ τα πίστεψε και διαφωνούσε με τον Μουσολίνι που πίστευε ότι η Σικελία θα δεχόταν την επίθεση. Το αποτέλεσμα ήταν να επανεξετασθούν και αναδιαταχθούν σημαντικά οι αμυντικές προσπάθειες των Γερμανών. Απεστάλησαν επιπρόσθετα τμήματα στην Σαρδηνία και την Κορσική αντί της Σικελίας, όπως και στην Ελλάδα. Αυτά περιελάμβαναν μια ολόκληρη τεθωρακισμένη μεραρχία, η οποία κινήθηκε από την Γαλλία μέχρι την Ελλάδα. Επίσης, οι Γερμανοί έστρωσαν τρία επιπλέον ναρκοπέδια στ’ ανοικτά της Ελλάδος και μεταστάθμευσαν μια ομάδα πλοίων «R» [2] από την Σικελία στην Ελλάδα. Ο ξακουστός Στρατηγός Ρόμμελ στάλθηκε στην Ελλάδα για ν’ αναλάβει την διοίκηση όλων των δυνάμεων. Όλες αυτές οι προσπάθειες έγιναν διότι παραπλανήθηκαν, κάνοντας την επίθεση κατά της Σικελίας πολύ πιο εύκολη.

[1] ULTRA ήταν το όνομα που χρησιμοποιούσε η Βρετανική κατασκοπεία για πληροφορίες που προέρχονταν από αποκρυπτογράφηση κρυπτογραφημένων Γερμανικών ραδιοεπικοινωνιών κατά τον Β΄ ΠΠ. ο όρος τελικά κατέστη η κοινή ονομασία Άγγλων και Αμερικανών για όλους τους τύπους πληροφοριών που προέρχονταν από κρυπτανάλυση υψηλού επιπέδου πηγών. Το όνομα ανέκυψε από το ότι η κάθε επιτυχία σπασίματος κώδικα θεωρούνταν πολύ πιο μεγάλης σημασίας κι από την μεγαλύτερη διαβάθμιση ασφαλείας που υπήρχε διαθέσιμη την εποχή εκείνη (Εξαιρετικά Απόρρητο) και γι’ αυτό θεωρήθηκε σαν “Υπέρ (ULTRA) Απόρρητο”. Αυτοί οι λίγοι εκλεκτοί που ήταν χαρακτηρισμένοι για χειρισμό ULTRA Απορρήτων πληροφοριών, τους δόθηκε ο κωδικός “bigot”. Τούτο τους επέτρεπε ν’ αναγνωρίζουν την εξουσιοδότηση των άλλων με ερωτήσεις όπως: «Είσθε bigot; Υπάρχει κάποιος bigot στην αίθουσα;» Το σύνολο σχεδόν της κρυπτογραφημένης αλληλογραφίας των Γερμανών διακινούνταν με τη συσκευή «Αίνιγμα», κι έτσι ο όρος «ULTRA» συχνά χρησιμοποιούνταν σχεδόν σαν συνώνυμο της κρυπτογράφησης μέσω «Αίνιγμα».

[2] Τα πλοία R (ή Räumboote στα Γερμανικά) ήταν μια ομάδα από μικρά ναρκαλιευτικά, τα οποία χρησιμοποιούνταν σαν πλοιάρια γενικής χρήσεως. Ένα σύνολο από 424 πλοιάρια κατασκευάσθηκαν για το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό (Deutsche Kriegsmarine) πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ. Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό τα χρησιμοποίησε σε όλα τα ΘΕ, συμπεριλαμβανομένων των Βαλτικής, Μεσογείου και Μαύρης Θάλασσας. Τα πλοιάρια χρησιμοποιούνταν για συνοδεία νηοπομπών, περιπολίες ακτής, εκκαθάριση και στρώση ναρκοπεδίων και διάσωση πληρωμάτων αεροσκαφών. Στις 9 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι εισέβαλαν στην Σικελία υλοποιώντας την Επιχείρηση «ΣΤΙΒΑΡΟΣ». Παρά τούτο, οι Γερμανοί παρέμειναν πεπεισμένοι για δύο ακόμη εβδομάδες ότι οι κύριες επιθετικές ενέργειες θα εκδηλώνονταν στην Σαρδηνία και την Ελλάδα, κρατώντας δυνάμεις τους αδρανείς μέχρι που ήταν πολύ αργά πλέον. Στον Όουεν Μόνταγκιου απενεμήθη το Παράσημο του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (Order of the British Empire – OBE), το οποίο απονέμεται από την ίδια την Βασίλισσα, για την συνεισφορά του στην επιτυχία της Επιχειρήσεως «ΚΙΜΑΣ».

http://defencenews.gr

Policenet.gr © | 2024 Όροι Χρήσης.
developed by Pixelthis