Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Εικόνα
20:02 | 05/07/2019

12 Ιανουαρίου 1928. Η 33χρονη Ρουθ Σνάιντερ, μέσα σε λυγμούς και παρακάλια, οδηγήθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα των φυλακών Σινγκ Σινγκ της Νέας Υόρκης. Η κοινή γνώμη περίμενε με ανυπομονησία την εκτέλεση της. Ένας δημοσιογράφος κατάφερε να περάσει κρυφά μία κάμερα και να απαθανατίσει τις τελευταίες στιγμές της μελλοθάνατης.

[custom:google-ads]

Η Ρουθ Μπράουν γεννήθηκε το 1895 στο Μανχάταν από Σκανδιναβούς μετανάστες πρώτης γενιάς. Οι γονείς της τα έβγαζαν πέρα δύσκολα αλλά φρόντιζαν τα παιδιά τους να μεγαλώσουν δίχως να τους λείψουν τα βασικά. Ωστόσο, η Ρουθ δεν απολάμβανε αυτή τη ζωή και έβαλε ένα απλό και εφικτό στόχο. Να βρει έναν επιτυχημένο σύζυγο και να μετακομίσει σε ένα μεγάλο σπίτι όπου θα είχε μία άνετη καθημερινότητα. 

Το όνειρο της έγινε πραγματικότητα το 1915, όταν γνώρισε τον Άλμπερτ Σνάιντερ και μετά από ένα σύντομο  φλερτ παντρεύτηκαν. Ο Άλμπερτ ήταν 32 ετών, αγαπούσε τις βάρκες και το ψάρεμα και όταν γνώρισε τη Ρουθ θρηνούσε ακόμα την πρώην γυναίκα του, την οποία είχε χάσει αιφνιδίως από πνευμονία. Η Ρουθ από την άλλη ήταν μόλις 20 ετών και βασικό της όνειρο ήταν να ζει ανάμεσα στην αριστοκρατία της εποχής της.

Τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους άρχισαν να εμφανίζονται εξαιτίας της εμμονής του Άλμπερτ με την Τζέσι Γκιστσαρντ, την πρώην γυναίκα του. Είχαν δεσμό για δέκα χρόνια και ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του. Στο σπίτι υπήρχαν παντού φωτογραφίες της, ενώ ένας μεγάλος πίνακας με την προσωπογραφία της κοσμούσε το σαλόνι. Μάλιστα, ο άντρας δεν αποχωριζόταν ποτέ ένα στυλό που είχε χαραγμένα πάνω τα αρχικά της.

Η κατάσταση αυτή εξόργιζε τη νέα του σύζυγο και πολύ συχνά γινόταν αφορμή για μεγάλους καυγάδες μεταξύ του ζευγαριού. Βέβαια, η Ρουθ δεν σκεφτόταν ούτε στιγμή το διαζύγιο. Το 1917 απέκτησαν την πρώτη τους κόρη, την οποία ονόμασαν Λορέιν. Παρόλα αυτά, τα προβλήματα στη σχέση τους εντάθηκαν. Ο Άλμπερτ έλειπε από το σπίτι πολλές ώρες και η Ρουθ εκμεταλλευόταν την απουσία του για να κυκλοφορεί στους δρόμους και τα μαγαζιά της μεγαλούπολης. Σε μία από τις βόλτες αυτές γνώρισε τον Τζαντ Γκρέι.

Με τον Τζαντ μοιράζονταν πολλά κοινά. Βρίσκονταν «εγκλωβισμένοι» σε έναν βαρετό γάμο που δεν τους γέμιζε, είχαν από ένα παιδί, αλλά και μεγαλεπήβολες βλέψεις για τη ζωή. Έτσι, δεν άργησαν να ερωτευτούν και να συνάψουν παράνομο δεσμό.

Η δολοφονία του Άλμπερτ

Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το ποιος από τους δύο έριξε πρώτος την μακάβρια ιδέα στο τραπέζι. Πάντως, από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, οι δύο εραστές είχαν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν τη δολοφονία του Άλμπερτ Σνάιντερ. Η Ρουθ γνώριζε ότι εάν ο σύζυγός της πέθαινε, η ίδια θα εισέπραττε μία τεράστια αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία. Έτσι, μετά από πολλές συζητήσεις και πλάνα, έθεσαν το σχέδιό τους σε εφαρμογή την άνοιξη του 1927.

Ήταν 19 Μαρτίου και η οικογένεια Σνάιντερ είχε γυρίσει στο σπίτι από μία βραδινή έξοδο. Η 9χρονη Λορέιν πήγε κατευθείαν να κοιμηθεί, ενώ οι γονείς της ακολούθησαν λίγη ώρα αργότερα. Πλησίαζαν μεσάνυχτα όταν ο Τζαντ Γκρέι μπήκε στο σπίτι των Σνάιντερ από την πόρτα που του είχε αφήσει ξεκλείδωτη η Ρουθ. Η νεαρή γυναίκα τον υποδέχθηκε και τον οδήγησε στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Κοντοστάθηκαν για λίγα λεπτά κοιτάζοντας σιωπηλά τον κοιμισμένο άντρα. Ύστερα ο Τζαντ πήρε διστακτικά την πρωτοβουλία. Χτύπησε το κεφάλι του Άλμπερτ με ένα βαρίδι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Δολοφονία σωματοφύλακα στο Αιγάλεω: «Η σύζυγος είχε προμελετήσει το έγκλημα»

Ο δύστυχος άντρας ξύπνησε ζαλισμένος και άρχισε να αμύνεται. Παρά το δυνατό χτύπημα και την ηλικία του, ο 45χρονος δεν δυσκολεύτηκε να πάρει το πάνω χέρι στην πάλη. Τότε, η Ρουθ, βλέποντας την κατάσταση να φεύγει εκτός ελέγχου, άρπαξε ένα πανί που ήταν ποτισμένο με χλωρίνη και το έτριψε με δύναμη στο πρόσωπό του. Όταν είδε ότι η προσπάθειά της απέτυχε, επιχείρησε να πνίξει τον σύζυγό της με ένα κορδόνι. Πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Απεγνωσμένη, άρπαξε και η ίδια το βαρίδι και άρχισε να τον χτυπά με μανία μέχρι που σταμάτησε να κινείται. Αφού το παράνομο ζευγάρι σιγουρεύτηκε ότι ήταν νεκρός, άρχισαν να σκηνοθετούν τον τόπο του εγκλήματος. Σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να ισχυριστούν ότι στο σπίτι μπήκαν Ιταλοί διαρρήκτες. Έτσι, αφού έκρυψαν τα κοσμήματα κάτω από το στρώμα του κρεβατιού, ο Τζαντ έδεσε τη Ρουθ σε μία καρέκλα και έφυγε πριν προλάβει να ξημερώσει για να μην τον δει κανείς.

Το επόμενο πρωί, όταν η μικρή Λορέιν ξύπνησε, πανικοβλήθηκε με το θέαμα που αντίκρυσε. Ακολουθώντας τις οδηγίες της μητέρας της, έτρεξε στο γειτονικό σπίτι για να ζητήσει βοήθεια. Οι γείτονες κάλεσαν επιτόπου τις αρχές. Οι αστυνομικοί έσπευσαν στο σημείο και άρχισαν να ερευνούν το σπίτι. Η μαρτυρία της Ρουθ εξαρχής τους φάνηκε ύποπτη. Το σενάριο των ληστών που μπήκαν στο σπίτι για να κλέψουν μερικά χρυσαφικά, να σκοτώσουν τον άντρα, αλλά να αφήσουν τη γυναίκα δεμένη διακινδυνεύοντας να τους αναγνωρίσει δεν φάνταζε πολύ λογικό. Οι υποψίες τους επιβεβαιώθηκαν όταν βρήκαν τα κρυμμένα κοσμήματα κάτω από το στρώμα. Αμέσως συνέλαβαν την φαινομενικά θλιμμένη χήρα, ενώ δεν άργησαν να οδηγηθούν και στα ίχνη του Τζαντ Γκρέι. Είχαν βρει το όνομά του γραμμένο σε μία ατζέντα της Ρουθ, ενώ στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας εντόπισαν ένα στυλό με τα αρχικά του χαραγμένα. Βέβαια, στην πραγματικότητα αυτό ανήκε στην πρώην γυναίκα του Άλμπερτ Σνάιντερ, η οποία είχε τα ίδια αρχικά.

Η εκτέλεση που απαθανατίστηκε

Οι επιπόλαιοι εραστές δεν ήταν προετοιμασμένοι κατάλληλα για την περίπτωση της σύλληψης. Έτσι, δεν χρειάστηκε παρά λίγη πίεση από τους ανακριτές μέχρι να «σπάσουν» και να αρχίσουν να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Οι αστυνομικοί γρήγορα συνέλεξαν όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν για να σχηματιστεί δικογραφία. Η υπόθεση δημοσιεύτηκε στον τύπο της εποχής και συντάραξε την κοινή γνώμη, η οποία σύσσωμη καταδίκασε τη Ρουθ Σνάιντερ ως εγκέφαλο της δολοφονίας. Η ψηλή, αγέλαστη, ξανθιά γυναίκα με το παγωμένο βλέμμα ταίριαζε πλήρως με το προφίλ της ψυχρής δολοφόνου, σε αντίθεση με την «ευγενική φιγούρα» του Τζαντ Γκρέι, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα κινούσε ποτέ τις υποψίες όσων τον συναναστρέφονταν. Όλοι απαιτούσαν την καταδίκη της «μοχθηρής χήρας». Η αλήθεια ήταν ότι ήταν το ίδιο ένοχοι.

Οι ένορκοι καταδίκασαν το ζευγάρι σε θάνατο. Λόγω των τεράστιων διαστάσεων που είχε πάρει η υπόθεση, οι αρχές απαγόρευσαν ρητά την παρουσία δημοσιογράφων στη διαδικασία της εκτέλεσης. Θα υπήρχε αυστηρότατος σωματικός έλεγχος στους παρευρισκόμενους προκειμένου να μην περάσει καμία κάμερα. Ωστόσο, ένας αποφασισμένος ρεπόρτερ, ονόματι Τομ Χάουαρντ, έκρυψε μία μικρή φωτογραφική μηχανή μίας λήψης στο μπατζάκι του παντελονιού του. Οι φρουροί δεν κατάφεραν να την εντοπίσουν κι έτσι ο Χάουαρντ πέρασε ανενόχλητος και κάθισε να παρακολουθήσει την εκτέλεση της Ρουθ Σνάιντερ που θα γινόταν πρώτη.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1928, οι φύλακες μετέφεραν την 33χρονη δολοφόνο στην αίθουσα της ηλεκτρικής καρέκλας. Η Ρουθ ήταν φανερά αναστατωμένη. Έκλαιγε με λυγμούς και ικέτευε για συγχώρηση. Ήταν όμως αργά. Την έβαλαν να κάτσει στην καρέκλα και της πέρασαν την ειδική κάσκα στο κεφάλι. Τη στιγμή εκείνη ο δημοσιογράφος πάτησε το ιστορικό «κλικ». Η φωτογραφία ήταν ασπρόμαυρη και θολή, αλλά η φιγούρα της Ρουθ Σνάιντερ διακρινόταν ξεκάθαρα. Την επόμενη μέρα, το στιγμιότυπο κάλυπτε ολόκληρο το πρωτοσέλιδο της New York Daily News, συνοδευόμενο από τον τρανταχτό τίτλο «ΝΕΚΡΗ!».

Η εικόνα έκανε το γύρο της χώρας και η υπόθεση έγινε ευρέως γνωστή και εκτός της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Θεωρήθηκε ως η διασημότερη φωτογραφία πρωτοσέλιδου της δεκαετίας και στάθηκε ως αφορμή το σύστημα των αμερικανικών φυλακών να γίνει αυστηρότερο. Ο έλεγχος των θεατών των εκτελέσεων ήταν πολύ πιο διεξοδικός και δινόταν ιδιαίτερη προσοχή στα παντελόνια και τα μανίκια.

Λίγο μετά τη Ρουθ Σνάιντερ, στην ίδια καρέκλα άφησε την τελευταία του πνοή και ο Τζαντ Γκρέι. Ο συνεργός της ξανθιάς δολοφόνου ήταν πολύ πιο ήρεμος. Ψιθύρισε μία προσευχή κι ύστερα αποδέχθηκε τη μοίρα του.

 Image result for Η συγκλονιστική φωτογραφία της μελλοθάνατης γυναίκας στην ηλεκτρική καρέκλα...

 

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons

www.mixanitouxronou.gr

Policenet.gr © | 2024 Όροι Χρήσης.
developed by Pixelthis