Η τελευταία κατάδικος που κρεμάστηκε στην Αγγλία - Ο δήμιος είχε εκτελέσει 430 άτομα αλλά το χαμόγελό της τον στοίχειωσε

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΥΘ ΕΛΛΙΣ
Η τελευταία κατάδικος που κρεμάστηκε στην Αγγλία - Ο δήμιος είχε εκτελέσει 430 άτομα αλλά το χαμόγελό της τον στοίχειωσε

13 Ιουλίου 1955.

Στις τελευταίες της στιγμές, με μια θηλιά περασμένη στο λαιμό, η 28χρονη Ρουθ Έλλις χαμογελούσε στον εκτελεστή της. Αυτό το χαμόγελο θα τον στοίχειωνε για πάντα. Ήταν η τελευταία φορά που ασκούσε το μακάβριο καθήκον του, ενώ η ξανθιά καλλονή ήταν η τελευταία γυναίκα που απαγχονιζόταν στην Αγγλία.

Το μονοπάτι που είχε επιλέξει η Ρουθ στη ζωή της δεν ήταν το πιο συμβατικό. Έφηβη ακόμα, παράτησε το σχολείο και ξεκίνησε να δουλεύει. Αρχικά, εργάτρια σε εργοστάσιο, έπειτα ως μοντέλο σε γυμνές φωτογραφίσεις. Στα 16 της καταστάλαξε στο πόστο της σερβιτόρας σε λονδρέζικες παμπ. Μάλιστα, πέρα από ποτά, άρχισε να προσφέρει στους πελάτες και ερωτικές υπηρεσίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει το πρώτο της παιδί στα 17, αλλά και να προβεί σε δεκάδες παράνομες αμβλώσεις μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια.

Στην πορεία, υπήρξαν αρκετοί που της έταζαν γάμο. Οι υποσχέσεις τους, όμως, αποδεικνύονταν λόγια του αέρα. Οι σχέσεις που σύναπτε η Ρουθ κρατούσαν ελάχιστα, ενώ ο γάμος της με τον μοναδικό άντρα που δέχθηκε να την παντρευτεί, διήρκεσε λιγότερο από χρόνο. Εν τω μεταξύ, η ξανθιά καλλονή είχε αποκτήσει δεύτερο παιδί, το οποίο έδωσε όπως και το πρώτο, στη μητέρα της να το μεγαλώσει και συνέχιζε να δουλεύει στις παμπ. Άλλωστε, η Ρουθ Έλλις δεν πίστευε στον έρωτα. Tουλάχιστον μέχρι το 1953.

Έρωτας, ζήλια και προδοσία

Οι παμπ στις οποίες η Ρουθ εργαζόταν ως σερβιτόρα και συνοδός κυριών βρίσκονταν σε εύπορες γειτονιές του Λονδίνου. Έτσι, η νεαρή κοπέλα είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με πολλούς άντρες της καλής κοινωνίας και να κάνει σημαντικές γνωριμίες. Μία από τις γνωριμίες αυτές, ο οδηγός της Φόρμουλα Ένα Μάικ Χόθορν, της σύστησε τον Ντέιβιντ Μπλέικλι το 1953. Ο Μπλέικλι ήταν ένας 24χρονος επίδοξος οδηγός ράλι και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας.

Η ισχυρή προσωπικότητα, οι φιλοδοξίες και το παρουσιαστικό του νεαρού γοήτευσαν τη Ρουθ. Οι δυο τους άρχισαν να βλέπονται, όμως εξ αρχής φαινόταν ότι η σχέση αυτή ήταν τοξική. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Ντέιβιντ είχε κατασπαταλήσει σχεδόν όλα του  τα χρήματα σε ποτά και αυτοκίνητα και μετακόμισε στο σπίτι της Ρουθ, όπου ζούσε από το μισθό της. Εν τω μεταξύ, η 27χρονη συνέχιζε να δουλεύει στην παμπ και να εκπορνεύεται εν γνώσει του συντρόφου της.

Το 1954, ένας ακόμα πελάτης της παμπ έπεσε στα «δίχτυα» της ξανθιάς Βρετανίδας. Ο 32χρονος Ντέσμοντ Κάσσεν, ένας ευκατάστατος πρώην πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, ερωτεύτηκε παράφορα τη νεαρή σερβιτόρα και προσπάθησε να την βγάλει από την κατάσταση που ζούσε, προσφέροντάς της μία αξιοπρεπή ζωή στο πλευρό του. Η Ρουθ, όμως, ήταν ερωτευμένη με τον Ντέιβιντ Μπλέικλι. Τόσο ερωτευμένη, που όταν κλήθηκε να επιλέξει μεταξύ του 25χρονου και της δουλειάς της στην παμπ, επέλεξε εκείνον.

Άνεργη και άστεγη πλέον, δέχθηκε την πρόταση του Ντέσμοντ Κάσσεν να συζήσει μαζί του. Ο πρώην αεροπόρος ήταν τόσο απελπισμένος που, στο διάστημα της συμβίωσής τους, επέτρεπε στον Ντέιβιντ να την επισκέπτεται στο σπίτι του και να περνάει τα βράδια μαζί της. Η κατάσταση ήταν μπλεγμένη. Ο Ντέσμοντ ήταν ερωτευμένος με τη Ρουθ, η Ρουθ με τον Ντέιβιντ, ενώ ο Ντέιβιντ σιγά σιγά απομακρυνόταν. Τελικά, την άνοιξη του ’55, της ξεκαθάρισε ότι η σχέση τους είχε λήξει οριστικά. Η Ρουθ Έλλις, όμως, δεν είχε μάθει να δέχεται την απόρριψη.

Εκτέλεση εν ψυχρώ

Στις 10 Απριλίου του 1955, η Ρουθ επιβιβάστηκε ως συνοδηγός στο αυτοκίνητο του Ντέσμοντ Κάσσεν και οι δυο τους κατευθύνθηκαν στην παμπ που σύχναζε ο Μπλέικλι. Εκεί, περίμεναν υπομονετικά μέχρι ο 25χρονος τελειώσει το ποτό του. Μόλις η γυναίκα τον είδε να βγαίνει από το μαγαζί, τον αιφνιδίασε πισώπλατα. Πρώτα φώναξε το όνομά του. Τότε, ο άντρας γύρισε να την κοιτάξει κι εκείνη άρχισε να πυροβολεί. Με πέντε σφαίρες στο θώρακα και στο κεφάλι, ο Ντέιβιντ Μπλέικλι σωριάστηκε νεκρός.

Πολλοί αναφέρουν ότι, αφού διέπραξε το έγκλημα, η Ρουθ επιχείρησε να αυτοκτονήσει με το ίδιο περίστροφο. Αυτή τη φορά όμως, το όπλο δεν εκπυρσοκρότησε. Εν τω μεταξύ, στο σημείο είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου, ανάμεσά τους κι ένας αστυνομικός. Η 28χρονη γυναίκα δεν προέβαλε καμία αντίσταση, ούτε επιχείρησε να ξεφύγει. Πέταξε το πιστόλι και παραδόθηκε στις αρχές.

Δίκη-εξπρές

Στις ανακρίσεις που ακολούθησαν, η Ρουθ παραδέχθηκε ότι ο φόνος ήταν προμελετημένος. Ισχυρίστηκε ότι ο Ντέιβιντ ήταν άπιστος και ιδιαίτερα βίαιος μαζί της. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια ενός από τους συχνούς καυγάδες τους, την είχε χτυπήσει με δύναμη στην κοιλιά με αποτέλεσμα η γυναίκα να αποβάλει το παιδί που κυοφορούσε.

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου. Αν το δικαστήριο την έκρινε ένοχη, θα έπρεπε να της επιβληθεί, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, η θανατική ποινή. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της δίκης, η 28χρονη δολοφόνος δεν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ήταν πεπεισμένη ότι θα καταδικαζόταν και ήλπιζε απλώς «να συναντήσει τον Ντέιβιντ». Κατά την απολογία της δήλωσε χαρακτηριστικά: «Προφανώς όταν τράβηξα τη σκανδάλη, ήθελα να τον σκοτώσω». Η ψυχρότητά της σόκαρε όσους παρευρίσκονταν στη δικαστική αίθουσα. Η ανάμιξη του Ντέσμοντ Κάσσεν, ο οποίος την είχε συνοδεύσει στην παμπ, της εξασφάλισε το όπλο και της έμαθε να το χειρίζεται, δεν αναφέρθηκε καθόλου. Όπως δεν έγινε αναφορά στη βίαιη συμπεριφορά του Ντέιβιντ απέναντί της. Οι ένορκοι χρειάστηκαν μόλις 25 λεπτά για να καταλήξουν στην ετυμηγορία: ένοχη για φόνο εκ προμελέτης, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Και ο δικαστής δεν είχε άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει το νόμο. Η ποινή της Ρουθ Έλλις ήταν θάνατος δια απαγχονισμού.

Η τελευταία εκτέλεση στην ιστορία

Η 28χρονη δε θέλησε να ασκήσει έφεση. Ήταν αποφασισμένη να πεθάνει. Οι συγγενείς της όμως, που θεώρησαν άδικη την απόφαση, άσκησαν έφεση οι ίδιοι. Μάλιστα, δεν ήταν οι μόνοι που ήταν εξέφρασαν την αντίθεσή τους στη θανατική καταδίκη. Η υπόθεση είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις και είχε διχάσει την αγγλική κοινωνία. Μία σημαντική μερίδα του κόσμου διαδήλωνε για την κατάργηση του απαγχονισμού και απαιτούσε η Έλλις να φυλακιστεί ισόβια. 

Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες δεν εισακούσθηκαν. Στις 13 Ιουλίου του 1955, η Ρουθ Έλλις οδηγήθηκε στην αγχόνη των φυλακών του Χόλογουεϊ στο Λονδίνο. «Στάθηκε εμπρός από τον Άλμπερτ Πιέρποϊντ, τον εκτελεστή της, και του χαμογέλασε. Μέχρι να πεθάνει, ο άντρας αυτός έγραφε για εκείνες τις στιγμές. Το χαμόγελό της τον στοίχειωσε. Είχε εκτελέσει συνολικά 430 ανθρώπους, 15 εκ των οποίων ήταν γυναίκες, αλλά είπε ότι η Ρουθ ήταν η γενναιότερη που στάθηκε εμπρός του», επισημαίνει ο ερευνητής και βιογράφος της Έλλις. 

Ο απαγχονισμός της 28χρονης γυναίκας προκάλεσε κύμα οργής στην αγγλική κοινωνία. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και απλοί πολίτες απαιτούσαν να καταργηθεί ο αναχρονιστικός θεσμός. Και πράγματι, οι «κραυγές» τους εισακούστηκαν, αν και καθυστερημένα. Η Ρουθ Έλλις ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Αγγλία. Η επίσημη κατάργηση της θανατικής ποινής ήρθε μερικά χρόνια αργότερα, το 1964. 

www.mixanitouxronou.gr