Καταδίκες για σωματεμπορία στο διαβόητο μπαρ «Νιρβάνα»

Καταδίκες για σωματεμπορία στο διαβόητο μπαρ «Νιρβάνα»

Ποινή κάθειρξης 13 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή ύψους 56.500 ευρώ επέβαλε χθες το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου στον L. S. του Q., 36 ετών, υπήκοο Αλβανίας, κύριο κατηγορούμενο σε υπόθεση μαστροπείας και σωματεμπορίας, που είχε προκαλέσει αίσθηση στην κοινή γνώμη.


Σε ποινή κάθειρξης 5 ετών και 3 μηνών καταδικάστηκε η συγκατηγορούμενή του C. M. του N. 28 ετών, υπήκοος Μολδαβίας, μητέρα του δεύτερου, εκτός γάμου παιδιού του πρώτου, που της αναγνωρίστηκαν δύο ελαφρυντικά.


Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή κάθειρξης 16 ετών και χρηματική ποινή 65.500 ευρώ στον πρώτο και ποινή κάθειρξης 15 ετών και 6 μηνών στην δεύτερη.
Οι ανωτέρω κρίθηκαν ένοχοι σωματεμπορίας τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση από κοινού, για μαστροπεία σε βάρος ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση από κοινού, για μαστροπεία τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία κατ’ εξακολούθηση κατα κατά συρροή από κοινού, για παράνομη οπλοκατοχή και για επικίνδυνη σωματική βλάβη.


Το βράδυ της 9ης Μαΐου 2016 αστυνομικοί πραγματοποίησαν έφοδο στο κατάστημα «Νιρβάνα» στο Φαληράκι και διαπίστωσαν ότι η δεύτερη απασχολούσε μια 32χρονη Μολδαβή, μια 24χρονη Μολδαβή και μια 35χρονη ημεδαπή. Η 32χρονη, που είναι αδελφή της δεύτερης κατηγορούμενης, εξεταζόμενη υποστήριξε ότι ήλθε στην Ελλάδα για να την βοηθήσει κι ότι εκείνη μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο την εξωθούσαν στην πορνεία προκειμένου να εξοφλήσει χρέος που είχε από την αγορά των εισιτηρίων μετάβασής της στην Ελλάδα.


Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι και οι δύο με την χρήση βίας την εξανάγκασαν να εκδίδεται, υποστηρίζοντας παραπέρα ότι ήλθε σε ερωτική επαφή έναντι αμοιβής με περίπου 20 πελάτες του καταστήματος κι ότι δεν εισέπραξε παρά μόνο λίγα χρήματα που της έδωσε η αδελφή της περιστασιακά.


Διατείνεται μάλιστα ότι όταν δεν υπάκουε στις εντολές που της εδίδοντο, ο πρώτος την χτυπούσε στο σώμα με ένα μεταλλικό γκλοπ, το οποίο βρέθηκε.


Η 24χρονη Μολδαβή από την άλλη υποστήριξε ότι εκδιδόταν έναντι αμοιβής με την θέλησή της και ότι τα χρήματα από τις «βίζιτες» τα μοιραζόταν με τους δύο κατηγορούμενους, ενώ ισχυρίστηκε ότι έπεσε και η ίδια θύμα βίας και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος χτυπούσε κι άλλες γυναίκες που απασχολούσε στο στριπτιζάδικο.


Η ημεδαπή υποστήριξε εξεταζόμενη ότι εκδιδόταν με την θέλησή της και ότι κατέβαλλε ποσό ύψους 50 ευρώ για κάθε «βίζιτα» στον πρώτο κατηγορούμενο.


Τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο και στο κατάστημα βρήκαν μια 17χρονη Ρουμάνα.


Η ανήλικη κατέθεσε στους αστυνομικούς ότι πρίν δύο μήνες, ενώ διέμενε στην Αθήνα με την μητέρα της, την προσέγγισε μια Αλβανή και της είπε ότι μπορούσε να της βρει δουλειά σε ένα μπαρ κονσομασιόν στο Φαληράκι της Ρόδου.


Υποστήριξε ότι δύο εβδομάδες μετά την απασχόλησή της στο στριπτιζάδικο συνευρέθηκε ερωτικά με έναν πελάτη σε χώρο του καταστήματος και ότι από τα 100 ευρώ που εισέπραξε 20-30 ευρώ παρέδωσε στον πρώτο.


Ισχυρίστηκε ότι συνευρέθηκε ερωτικά με ακόμη δύο πελάτες του ίδιου καταστήματος και ότι κατέβαλε στην Αλβανή για τον πρώτο ενάμιση μήνα παραμονής της στη Ρόδο 30 ευρώ ημερησίως διότι της είχε βρει την δουλειά.


Υποστήριξε ακόμη ότι συνευρέθηκε ερωτικά με έναν ηλικιωμένο ημεδαπό στο σπίτι του στα Κολύμπια, ενώ υπέδειξε και ένα διαμέρισμα στην περιοχή Τραγανού στο οποίο μετέβαινε με πελάτες.


Απολογούμενοι, ο πρώτος υποστήριξε ότι τα όσα κατέθεσε σε βάρος του η Μολδαβή είναι ψευδή και ανυπόστατα, υποστήριξε ότι εργαζόταν ως σιδεράς και αλουμινάς και είχε αναλάβει την ανακαίνιση του καταστήματος κι επειδή η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του είχε αφήσει μεγάλο χρέος του πρότεινε και εκείνος δέχτηκε να αγοράσει το κατάστημα. Υποστήριξε ότι στο κατάστημα δεν εξέδιδε γυναίκες και ότι εκείνες εργάζοντο ως κονσοματρίς και στριπτιζέζ και μόνο.


Η δεύτερη κατηγορούμενη αρνήθηκε ομοίως την τέλεση των αδικημάτων που της αποδίδονται. Επεσήμανε συγκεκριμένα ότι ουδέποτε πίεσε οποιαδήποτε από τις κοπέλες να συνευρευθούν ερωτικά με πελάτες και υποστήριξε ότι η όλη υπόθεση έχει στηθεί από την αδελφή της που αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και έχει καταγγείλει για δήθεν αξιόποινες πράξεις εις βάρος της και άλλα μέλη της οικογένειας της.


Υποστήριξε ότι η ίδια κυοφορούσε το παιδί του πρώτου κατηγορούμενου με τον οποίο είχε συνάψει σχέση, ενώ ήταν παντρεμένος και ότι δεν το είχε αναφέρει στις αρχές και στην πρωτόδικη δίκη για να μην τον εκθέσει.


Ως συνήγορος υπεράσπισής τους παρέστη ο δικηγόρος κ. Βασίλης Μπέης.