Μπορεί να ασκήσει άλλο επάγγελμα ή εργασία με αμοιβή ο αστυνομικός;

ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΛΑΝΗ
Μπορεί να ασκήσει άλλο επάγγελμα ή εργασία με αμοιβή ο αστυνομικός;

Το κείμενο που ακολουθεί αναρτήθηκε στο παρελθόν στη σελίδα του policenet.gr στο facebook από τον κ. Ν. Μπλάνη*. Σας το παρουσιάζουμε εκ νέου με αφορμή πρόσφατες απορίες αρκετών αστυνoμικών - αναγνωστών μας

Μπορεί να ασκήσει άλλο επάγγελμα ή εργασία με αμοιβή ο αστυνομικός;


1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 538/1989, όπως αντικαταστάθηκαν, με αυτές του άρθρου 19 παρ.1 του π.δ.31/2001, απαγορεύεται στους αστυνομικούς η άσκηση άλλου επαγγέλματος και η κατ΄ επάγγελμα άσκηση εμπορίας ή τέχνης. Κατ΄ εξαίρεση, μετά από άδεια του Αρχηγού της Αστυνομίας, ο αστυνομικός μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον αυτά συμβιβάζονται με τα καθήκοντα της θέσης του, δεν παραβλάπτουν την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του και δεν δίδουν αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του ιδίου ή της Αστυνομίας. Απαγορεύεται ο αστυνομικός να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανωνύμου εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρίας. Μετά από άδεια του Αρχηγού της Αστυνομίας, ο αστυνομικός μπορεί να μετέχει στη διοίκηση ανωνύμου εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού.


2. Εξάλλου αντίστοιχες διατάξεις ισχύουν για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Σύμφωνα με αυτές ( άρθρο 31 του ν. 3528/2007) ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να ασκήσει ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή μετά από άδεια, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή ερ¬γασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια στους υπαλλήλους του Δη¬μοσίου χορηγείται από τον οικείο υπουργό και στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης και αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο, από τον πρόεδρο του συλ¬λογικού οργάνου διοίκησης. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ` επάγγελμα άσκηση εμπορίας. Επίσης (άρθρο 32) απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποια¬δήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλ¬μένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού. 


όλη η συλλογή των νόμων3. Ο όρος επάγγελμα στη γενικότερη αντίληψη χαρακτηρίζει την κατά κλάδο ή αντικείμενο συνήθη ασκούμενη βιοποριστική ενασχόληση, (εργασία), του κοινωνικού ανθρώπου. Ως επάγγελμα πρέπει να θεωρηθεί η δραστηριότητα που υπάρχει, όταν ένα πρόσωπο επιχειρεί ορισμένες πράξεις με σύστημα (οργάνωση) και μονιμότητα (διάρκεια) για σκοπό αποδοτικό, δηλαδή για να έχει εισόδημα (Γνωμ. 575/1997 Ν.Σ.Κ.).


4. Όπως συνάγεται από τη γραμματική ερμηνεία και το σκοπό (ratio) των παραπάνω διατάξεων, το αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση της άδειας, θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα εξής:

α. Η άσκηση ιδιωτικού έργου ή εργασίας νοείται ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας.
β. Η άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή, συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία προκύπτει σταθερή και συστηματική απασχόληση του αστυνομικού με οικονομική δραστηριότητα από την οποία επιδιώκεται η προσπόριση οικονομικών ωφελημάτων, όχι όμως κατά πλήρες ωράριο εργασίας.
γ. Το έργο ή η εργασία θα πρέπει να είναι συμβατό με τα καθήκοντα της θέσης του αστυνομικού και να μην προκαλεί σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος με το συμφέρον της υπηρεσίας και γενικότερα να μην δίδει αφορμή για δυσμενή σχόλια και να μην μειώνει το κύρος του Σώματος.
δ. Να μην παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας, δηλαδή των καθηκόντων του αστυνομικού. Έτσι η παρεμπόδιση π.χ., αφορά τον ημερήσιο χρόνο άσκησης του ιδιωτικού έργου, την κόπωση του αστυνομικού κ.λ.π.
ε. Η αδεία θα χορηγείται μόνο για συγκεκριμένο ιδιωτικό έργο ή εργασία, δηλαδή μόνο γι` αυτό που ρητά προσδιορίζει ο αστυνομικός στην αίτηση του και φυσικά όχι αόριστα.
στ. Απαγορεύεται η κατ` επάγγελμα άσκηση εμπορίας, δηλαδή δεν απαγορεύεται η απλή διενέργεια ορισμένων εμπορικών πράξεων, αλλά η κτήση της εμπορικής ιδιότητας που συνιστά πραγματικό γεγονός, κατά το ουσιαστικό κριτήριο που καθιερώνει ο εμπορικός νόμος, το οποίο χρήζει ανάλογης απόδειξης. Συγκεκριμένα, η άσκηση εμπορίας είναι πραγματικό, κατά βάση, γεγονός που προϋποθέτει κατά περίπτωση, την έρευνα των επαγγελματικών συνθηκών. ΄Ετσι απαγορεύεται ρητά να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, oμόρρυθμη, ετερόρρυθμη, αφανή , ιδιωτική κεφαλαιουχική, κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανωνύμου εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρίας.


5. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (όπως αναλύεται στη Γνωμοδότηση ΝΣΚ με αριθμό 382/23-7-2008) δεν τοποθετείται απαγορευτικά επί της ως άνω δυνατότητος ασκήσεως ελευθέρου επαγγέλματος, αλλά θεωρεί ότι υφίσταται παράβαση, εφόσον ο υπάλληλος δεν έλαβε υπηρεσιακή άδεια προς άσκηση του ελευθέρου επαγγέλματος (π.χ. φυσιοθεραπευτή), κάτι, όμως, που ευλόγως σημαίνει ότι η άσκηση του επαγγέλματος είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή (βλ. ΣτΕ 2910/04, 2507/01, 177/95 κλπ., επίσης πρβλ. την υπ' αριθ. 554/91 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία έχει κριθεί ότι δημόσιος υπάλληλος μπορεί να ασκεί επικουρικά το επάγγελμα του αγρότη ή κτηνοτρόφου, μολονότι έχει ως κύριο επάγγελμα και μέσο βιοπορισμού την άσκηση των υπαλληλικών του καθηκόντων),


6. Η ως άνω υποστηριζόμενη άποψη συνεπικουρείται και από το γεγονός ότι το ενδιαφέρον του νομοθέτη εστιάζεται κυρίως στη συμβατότητα της εξωυπηρεσιακής δραστηριότητας προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και, βεβαίως, στη συνδρομή της αρνητικής προϋπόθεσης, ότι η δραστηριότητα αυτή δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του. Τα παραπάνω, όμως, αποτελούν δεδομένα που κάθε φορά πρέπει να σταθμίζονται in concreto από τον εκάστοτε αρμόδιο που επιλαμβάνεται των αιτήσεων των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, το οποίο δέον να συνεκτιμά και τις τυχόν αρνητικές συνέπειες που ενδέχεται να προκληθούν από τη σύγκρουση του ιδιωτικού συμφέροντος του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Επομένως, η ειδικότερη νομική μορφή, υπό την οποία προσφέρεται το ιδιωτικό έργο δεν πρέπει να απασχολεί την έννομη τάξη, ενόψει, άλλωστε και της υφιστάμενης ρητής απαγόρευσης περί της εκ μέρους του δημοσίου υπαλλήλου απόκτησης της εμπορικής ιδιότητος, που, προδήλως, διασφαλίζει τη δημόσια υπηρεσία από καταφανώς ασύμβατες εξωυπηρεσιακές δραστηριότητες αυτού.


7. Δραστηριότητα που είναι συμβατή με το αστυνομικό έργο είναι αυτή της απασχόλησης του αστυνομικού ως διδακτικό προσωπικό σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κέντρα, ινστιτούτα ή σεμινάρια, όπως είναι τα Ι.Ε.Κ κ.λ.π., η οποία όχι μόνο δεν δίδει αφορμή για δυσμενή σχόλια, αλλά αντιθέτως αναβαθμίζει τις σχέσεις Αστυνομίας-Κοινωνίας και εξυψώνει το κύρος του Σώματος.

 

Νικόλαος Αθ. Μπλάνης
Αντιστράτηγος Αστυνομίας ε.α.
Επίτιμος Προϊστάμενος Κλάδου Οργάνωσης
και Ανθρώπινου Δυναμικού Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ.
Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Αθηνών 
 
 
Κώδικας ποινικής δικονομίας