Ο serial killer που ζήτησε να τον αποκεφαλίσουν για να βρει την ειρήνη μέσα του

"ΒΑΜΠΙΡ ΤΟΥ ΑΝΟΒΕΡΟ"
Ο serial killer που ζήτησε να τον αποκεφαλίσουν για να βρει την ειρήνη μέσα του

“Συχνά, αφού είχα σκοτώσει κάποιον, παρακαλούσα να με κλείσουν σε ένα στρατιωτικό άσυλο, αλλά όχι σε τρελοκομείο. Αν ο Χανς με αγαπούσε πραγματικά, θα μπορούσε να με σώσει. Πιστέψτε με δεν είμαι άρρωστος – απλά περιστασιακά έχω περίεργες αλλαγές στην συμπεριφορά μου. Θέλω να με αποκεφαλίσουν. Θα διαρκέσει μόνο μια στιγμή, αλλά θα βρω την ειρήνη μέσα μου.” – Φριτζ Χάαρμαν.

Ο Φριτζ Χάαρμαν ήταν ο Γερμανός serial killer, ο οποίος έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο ο “Χασάπης του Ανόβερο” ή το “Βαμπίρ του Ανόβερο”. Με τον εραστή του, Χανς Γκρανς, τρομοκράτησαν το Ανόβερο από το 1919 έως το 1924, όπου φέρονται πως σκότωσαν πάνω από δύο ντουζίνες νεαρούς άνδρες.

Τα παιδικά του χρόνια

Ο Φριτζ Χάαρμαν γεννήθηκε στο Αννόβερο στις 25 Οκτωβρίου 1879 και ήταν το έκτο παιδί μιας φτωχής και παράξενης οικογένειας. Η μητέρα του τον πίεζε από μικρό να παίζει με κούκλες και τον αποθάρρυνε να ασχολείται με αγορίστικες δραστηριότητες.

Το παρουσιαστικό του, αλλά και η συμπεριφορά του ήταν αρκετά θηλυπρεπής. Από μικρός είχε σαδιστικές τάσεις, καθώς συνήθιζε να δένει τις αδερφές του και να τους λέει τρομακτικές ιστορίες για να μην κοιμούνται. Μάλωνε συχνά με τον πατέρα του και τον απειλούσε ότι θα τον στείλει στην φυλακή, καθώς είχε δολοφονήσει έναν οδηγό τρένων.

Οι επιδόσεις του στο σχολείο δεν ήταν καλές και γρήγορα ο Χάαρμαν στάλθηκε στην στρατιωτική ακαδημία της πόλης του. Τον έδιωξαν, όμως, επειδή υπέφερε από συχνές επιληπτικές κρίσεις. Επέστρεψε στο Ανόβερο και βρήκε δουλεία σε ένα τοπικό εργοστάσιο πούρων. Το 1898, συνελήφθη καθώς κατηγορήθηκε για παρενόχληση ανηλίκου, αλλά ήταν ψυχικά ανίκανος να δικαστεί και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική. Δραπέτευσε μετά από έξι μήνες, ταξίδεψε στην Ελβετία και κατετάγη στον ελβετικό στρατό.

Αν και η σταδιοδρομία του ήταν εξαιρετική, εκδιώχθηκε εξαιτίας των κρίσεων του. Επέστρεψε στην Γερμανία στην ηλικία των 20 ετών και ήρθε ξανά αντιμέτωπος με τον πατέρα του, ο οποίος αυτή τη φορά ήθελε να τον κλείσει σε άσυλο, αλλά δεν τα κατάφερε καθώς οι τοπικοί γιατροί τον θεωρούσαν “ηθικά κατώτερο”.

Τα πρώτα εγκλήματα και η συνεργασία με την αστυνομία

Μετά την απόλυση από τον στρατό, ο Φριτζ άνοιξε μια μικρή επιχείρηση, αλλά χρεοκόπησε αμέσως και έκλεισε. Τότε ο Φριτζ ξεκίνησε μια σειρά από μικροεγκλήματα, κυρίως ληστείες και διαρρήξεις, με αποτέλεσμα να κερδίζει εύκολα χρήματα.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, ο Χάαρμαν μπαινόβγαινε στα αστυνομικά τμήματα, με αποτέλεσμα να γίνει γνώριμος στους αστυνομικούς του Ανόβερο. Μάλιστα, οι αστυνομικές αρχές τον χρησιμοποίησαν συχνά και ως πληροφοριοδότη για διάφορες ληστείες, αλλά και για μια σειρά δολοφονιών που έγιναν το 1918. Την ίδια περίπου περίοδο ο Φριτζ διέπραξε αρκετά σεξουαλικά εγκλήματα, τα οποία πέρασαν απαρατήρητα από τις αρχές, καθώς τα θύματα του ένιωθαν ντροπή και δεν τον κατήγγειλαν.

Οι δολοφονίες και η γνωριμία με τον Χανς Γκρανς

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Ο Φριτζ για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έπαθε νευρικό κλονισμό και στις 25 Σεπτεμβρίου 1918 διέπραξε τον πρώτο του φόνο. Θύμα ήταν ο 17χρονος Φρίντελ Ροδέ, όπου σύμφωνα με μαρτυρίες, η τελευταία φορά που εθεάθηκε ο νεαρός ζωντανός βρισκόταν με τον Φριτζ.

Η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του και τον έπιασε να ερωτοτροπεί με ένα έφηβο αγόρι. Ο Φριτζ συνελλήφθη, αλλά οι αστυνομικοί δεν μπήκαν καν στον κόπο να ψάξουν στο δωμάτιό του. Αργότερα, ο Φριτζ αποκάλυψε ότι πίσω από το κομοδίνο του βρισκόταν το κεφάλι του άτυχου Φρίντελ!

Μετά από λίγους μήνες στη φυλακή, ο Χάαρμαν γνώρισε τον Χανς Γκρανς και σύντομα έγιναν εραστές. Το 1922 μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα στο Αννόβερο και ο Φριτζ άρχισε και πάλι να σκοτώνει νεαρούς άνδρες, αυτή τη φορά παρασύροντας τους προσποιούμενος ότι είναι αστυνομικός. Ο Γκρανς έγινε συνεργός του, όταν μετά από την επιστροφή του στο σπίτι έγινε μάρτυρας της δολοφονίας του 17χρονου Φριτζ Φράνκε. Για τους επόμενους εννέα μήνες, περισσότεροι από 12 ομοφυλόφιλοι, μεταξύ 10 και 22 ετών, δολοφονήθηκαν με βάναυσο τρόπο.

Ο Φριτζ τους αποπλανούσε στο διαμέρισμα του και στη συνέχεια, συνήθως, κατά τη σεξουαλική πράξη, τους δολοφονούσε. Συνήθιζε να τους δαγκώνει το λαρρύγγι, σε μια στιγμή σεξουαλικής έξαρσης και με τα γυμνά του χέρια τους στραγγάλιζε. Στη συνέχεια, μαζί με τον Χανς, διαμέλιζαν τα σώματα τους και τα πετούσαν στο ποτάμι Leine του Ανόβερο.

Αν και ποτέ δεν εξακριβώθηκε, την ίδια εποχή με τους φόνους, πολλοί κάτοικοι του Ανόβερου έκαναν παράπονα για «χαλασμένο» χοιρινό κρέας. Εικάζεται, ότι οι οι δύο συνεργοί πουλούσαν για χοιρινό το κρέας από τα θύματά τους!

Μέχρι το 1924, η δράση των δύο εραστών ήταν άγνωστη. Ωστόσο, τον Μάιο του ίδιου έτους, ξεβράστηκαν στον ποταμό Leine περισσότερα από 500 ανθρώπινα οστά. Τρόμος ξέσπασε στην πόλη και ο τύπος τον ονόμασε “Χασάπη του Ανόβερο”.

Η σύλληψη και οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες

Η ταυτοποίηση των οστών έδειξε ότι είχαν δολοφονηθεί τουλάχιστον 27 άνδρες. Η αστυνομία γρήγορα υποπτεύθηκε τον Φριτζ λόγω του βεβαρυμένου του ποινικού μητρώου. Μετά από έφοδο στο σπίτι του, βρέθηκαν υπάρχοντα από τα θύματα και ύστερα από πίεση, ο Φριτζ ομολόγησε τα εγκλήματά του. Υπέδειξε στους αστυνομικούς τα μέρη όπου είχε πετάξει τα διαμελισμένα σώματα και υποστήριξε ότι οι ζωές που είχε αφαιρέσει ήταν μεταξύ 50 και 70.

Η δίκη του Χάαρμαν ξεκίνησε στις 24 Δεκεμβρίου 1924 και διήρκεσε δύο εβδομάδες, με περισσότερος από 200 μάρτυρες να παίρνουν μέρος στη διαδικασία. Ήταν μια από τις πρώτες δίκες που απασχόλησε ολοκληρωτικά τα γερμανικά Μέσα.

Στην κατάθεση του περιέγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο τις δολοφονίες του:

“Έκανα δύο χαρακιές στην κοιλιακή χώρα και έβαζα τα έντερα σε έναν κουβά. Στη συνέχεια, στράγγιζα όλο το αίμα και χτυπούσα τα κόκκαλα, μέχρι να σπάσουν οι ώμοι. Έτσι, είχα την δυνατότητα να αφαιρέσω την καρδιά, τους πνεύμονες και τα νεφρά. Τα έκοβα σε μικρά κομμάτια και τα τοποθετούσα σε άλλον κουβά. Έπειτα, έβγαζα τη σάρκα από τα κόκκαλα και την έβαζα στην δερμάτινη μου τσάντα. Χρειαζόταν να κάνω πέντε ή έξι διαδρομές μέχρι να τα πάρω όλα και να τα πετάξω στην τουαλέτα ή στον ποταμό. Πάντα μισούσα να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Το πάθος ήταν πιο δυνατό από την φρίκη του πετσοκόμματος”.

Ο Φριτζ κρίθηκε ένοχος για τρεις μόνο επιβεβαιωμένες δολοφονίες και καταδικάστηκε σε θάνατο δια αποκεφαλισμού. Μάταια προσπάθησε να ενοχοποιήσει και τον εραστή του, ο οποίος καταδικάστηκε σε ισόβια. Στις 15 Απριλίου οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα με τα τελευταία του λόγια να είναι: “Μετανιώνω, αλλά δεν φοβάμαι τον θάνατο…”

Πηγή: perpetual.gr

rp.news