Τι απαντά ο ισοβίτης της Καλαμάτας για τα 5,9 εκατ. από την Τράπεζα της Ελλάδος

Τι απαντά ο ισοβίτης της Καλαμάτας για τα 5,9 εκατ. από την Τράπεζα της Ελλάδος

Eπειτα από 16 χρόνια στη φυλακή, ο 45χρονος Κώστας Αναζίκος επιστρέφει εκεί όπου έζησε τα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής του. Ανακριτής και εισαγγελέας έκριναν ότι πρέπει να προφυλακιστεί ως ο «εγκέφαλος» του κυκλώματος που είχε συστήσει εγκληματική οργάνωση με στόχο το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Χρήματος που προήλθε από την κλοπή της Τράπεζας της Ελλάδος, που έγινε γνωστή ως το «ριφιφί της Καλαμάτας». Είναι ο μόνος κατηγορούμενος που έχει εκτίσει την ποινή των ισοβίων για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής στην Ελλάδα, με τις Αρχές να τον βάζουν εκ νέου στο μάτι.

«Βιώνω την ίδια υπόθεση από την αρχή» λέει ο πρώην ισοβίτης, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά την εμπλοκή του στο «ριφιφί» της τράπεζας το 2004. Μια υπεξαίρεση ύψους 5.900.000 ευρώ, τα οποία «έκαναν φτερά», για να βρεθεί θαμμένο στη συνέχεια μόλις 1.300.000 ευρώ. «Αφού εξέτισα ολόκληρη την ποινή μου, για μια πράξη που μέχρι και σήμερα αρνούμαι κατηγορηματικά, βρίσκομαι και πάλι στη φυλακή, καταδιωκόμενος από την ίδια υπόθεση» αναφέρει ο Κώστας Αναζίκος, ο οποίος την περασμένη Κυριακή άκουσε τις δικαστικές αρχές να του ανακοινώνουν την κρίση τους για την προφυλάκισή του. Ηταν ο μόνος από τους εμπλεκόμενους που οδηγήθηκε στη φυλακή, καθώς για κανέναν από τους υπόλοιπους 10 συγκατηγορουμένους του δεν ελήφθη παρόμοια απόφαση. Ο 45χρονος σήμερα «εγκέφαλος» έζησε τα καλύτερά του χρόνια στη φυλακή. Από όποια φυλακή και αν πέρασε φέρεται να είχε υποδειγματική συμπεριφορά και να μην έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά ποτέ.

Μάλιστα, όταν η υπόθεση του «ριφιφί» έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο, το Ανώτατο Δικαστήριο για πρώτη φορά αναγνώρισε στο πρόσωπό του την ελαφρυντική περίσταση της καλής διαγωγής μέσα στη φυλακή. Όταν η δικογραφία επέστρεψε στο Εφετείο, οι εφέτες είπαν «όχι» στην αναγνώριση του ελαφρυντικού, το οποίο μέχρι τότε δεν είχε πάρει σάρκα και οστά ως ρύθμιση στο άρθρο 84 του Ποινικού Κώδικα. Ο δρόμος όμως είχε ανοίξει και ο ποινικός νομοθέτης το ενέταξε τελικά στα ελαφρυντικά, το οποίο αναγνωρίζεται κυρίως σε κρατούμενους για οικονομικά αδικήματα.

Ο ίδιος δεν το πήρε ποτέ και έτσι κάθισε στη φυλακή 16 χρόνια. Όσοι τον γνώρισαν, λένε ότι μπήκε στη φυλακή όταν η κόρη του ήταν 2 ετών. Σήμερα είναι 18. Είδε τον πατέρα της μόλις 6 μήνες. Τόσο έμεινε ελεύθερος. Η μοίρα του Κ. Αναζίκου φαίνεται ότι είναι «δεμένη» με την Τράπεζα της Ελλάδος. Όταν ήταν 20 ετών, ο μικρότερος αδελφός του κυνήγησε έναν ληστή της ίδιας τράπεζας, αποτρέποντας τελικά τη ληστεία. Όμως πλήρωσε την πράξη του αυτή με τη ζωή του, αφού ο ληστής τον πυροβόλησε. Τιμής ένεκεν, η Τράπεζα της Ελλάδος προσλαμβάνει τον μεγαλύτερο αδελφό του θύματος, Κώστα Αναζίκο. Από τότε άρχισε να εργάζεται στην τράπεζα, μέχρι τα 29 του, οπότε και κατηγορήθηκε για το μεγαλύτερο «ριφιφί» που έγινε ποτέ σε ελληνική τράπεζα. Στο πρώτο δικαστήριο καταδικάστηκε ομόφωνα, ενώ στο Εφετείο οριακά, με ψήφους 3-2.

Αμέτακλητα

Ο Κ. Αναζίκος σε δεύτερο βαθμό καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, ενώ αθωώθηκε αμετάκλητα για το αδίκημα του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Τότε δεν υπήρχαν στοιχεία για ξέπλυμα των χρημάτων που είχε καταδικαστεί ότι υπεξαίρεσε. Αυτό το υπέρογκο ποσό των χρημάτων δεν αποδείχθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε κάπου για να «ξεπλυθεί» και να νομιμοποιηθεί. Υστερα από πολύμηνες έρευνες, οι Αρχές εντόπισαν ενδείξεις εγκληματικής οργάνωσης και νομιμοποίησης εσόδων, έπειτα από παράλληλες επιχειρήσεις στην Αθήνα αλλά και στην Καλαμάτα.

Η Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Καλαμάτας, η ΟΠΚΕ Μεσσηνίας, η Δίωξη Εγκλημάτων κατά Ζωής και το Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών, με τη βοήθεια του «κοριού» αλλά και της παρακολούθησης διά ζώσης, κατέληξαν σε ένα πολυσέλιδο διαβιβαστικό, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξαν, δείχνει τη διάπραξη μιας σειράς κακουργηματικών πράξεων, όπως της εκβίασης, της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών, όπλων και συμπληρωμάτων διατροφής. Σύμφωνα με τις Αρχές, οι συλληφθέντες «ενώθηκαν» τον Σεπτέμβριο του 2019 και ως μέλη της οργάνωσης με ιεραρχική διάρθρωση και διακριτούς ρόλους ασκούσαν σωματική βία ή απειλή βίας σε ιδιοκτήτες και εργαζόμενους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, προκειμένου να πετύχουν βλάβη της επιχείρησής τους.

Επίσης, σύμφωνα πάντα με την Αστυνομία, από τις αρχές του 2020, τρεις από τους κατηγορουμένους εμπλέκονται στην προμήθεια, αποθήκευση, διακίνηση και εμπορία απαγορευμένων μέσων και συγκεκριμένα αναβολικών ουσιών, με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής διάθεσης, ικανότητας και απόδοσης ερασιτεχνών αθλητών. Στις έρευνες που έγιναν, παρουσία εισαγγελέα, σε δεκάδες σπίτια, μόνιμες κατοικίες και εξοχικά, οχήματα κ.λπ. κατασχέθηκαν 50.000 ευρώ, πολλά κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι οποίοι τώρα μπαίνουν στο στόχαστρο των αστυνομικών αρχών, usb, υπολογιστές παλάμης, φυσίγγια πυροβόλων και κυνηγετικών όπλων, ένα πιστόλι χωρίς άδεια και τρεις γεμιστήρες. Υπήρξε όμως και μια σειρά άλλων ευρημάτων, τα οποία σε συνδυασμό με τις καταγραφείσες τηλεφωνικές συνομιλίες οδήγησαν στην απαγγελία κατηγορίας για εμπορία αναβολικών ουσιών. Ειδικότερα, βρέθηκαν αναβολικές ουσίες σε ενέσιμη μορφή και σε μορφή χαπιών αλλά και πολλές χειρόγραφες σημειώσεις για την υπόθεση.

Απολογούμενος, ο φερόμενος ως «εγκέφαλος» της εγκληματικής οργάνωσης υποστήριξε ότι δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο η ιδιοκτησιακή σχέση του με τα νυχτερινά κέντρα που φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για να ξεπλυθεί το χρήμα που «έκανε φτερά» το 2004 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επέμεινε ότι δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την κλοπή και πως τα χρήματα που αναφέρονται στην επίδικη δικογραφία δεν προέρχονται σε καμία περίπτωση από κεφάλαια της ΤτΕ. Το ερώτημα, πάντως, παραμένει. Εάν είναι ο ίδιος ο δράστης του «ριφιφί» το 2004, όπως έκρινε έστω και κατά πλειοψηφία το Εφετείο, πού είναι τα χρήματα της κλοπής; Ποιος τα διαχειρίζεται τόσα χρόνια;

«Το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας είναι οι τηλεφωνικές συνομιλίες, οι οποίες ωστόσο είναι περικομμένες και αποσπασματικές, με αποτέλεσμα το πραγματικό νόημά τους να αλλοιώνεται και να παρερμηνεύεται» λέει ο Κ. Αναζίκος, χωρίς ωστόσο οι ισχυρισμοί του να γίνονται αποδεκτοί από τους δικαστές. Επιστρέφει έτσι στις φυλακές, περιμένοντας να συλλέξει περισσότερα στοιχεία για να αποδείξει ότι δεν έχει σχέση με το ξέπλυμα και τη συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης, για την οποία τον κατηγορούν. Θα τα καταφέρει; Αγνωστο.

Ο δικηγόρος του

«Η ογκωδέστατη δικογραφία που έχει σχηματιστεί, μεταξύ άλλων, και σε βάρος των εντολέων μου συνίσταται σε βαρύτατες κατηγορίες, με βασικό αδίκημα τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Τα φερόμενα ως ενοχοποιητικά στοιχεία βασίζονται αποκλειστικά σε τηλεφωνικές συνομιλίες και σε πιθανολογήσεις των διωκτικών Αρχών» δηλώνει ο Θεόδωρος Μαντάς, συνήγορος του Κ. Αναζίκου, και επισημαίνει: «Χαρακτηριστικό είναι ότι για το εν λόγω αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες έχει εκδοθεί ήδη από το 2005 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Τέτοιου είδους προχειρότητες στον σχηματισμό ποινικών δικογραφιών πλήττουν τις αρχές της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας».

ethnos.gr