Το «τρύπιο» κελί στον Αυλώνα

Η ΑΝΑΦΟΡΑ
Το «τρύπιο» κελί στον Αυλώνα

Οταν στις φυλακές του Αυλώνα επιβεβαίωσαν πως ο 19χρονος κατηγορούμενος για τον φόνο της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο θα ερχόταν εκεί, πανικοβλήθηκαν. Ηξεραν εξαρχής πως λόγω του νεαρού της ηλικίας του ήταν πιθανό να καταλήξει στον Αυλώνα, αλλά ήλπιζαν πως θα πήγαινε σε κάποια άλλη, μεγαλύτερη φυλακή. Λόγω της δημοσιότητας και κυρίως της φύσης του εγκλήματος είχε ήδη δημιουργηθεί ένα πολύ άσχημο κλίμα εναντίον του. Ο αρχιφύλακας μίλησε με τη Διεύθυνση των Φυλακών και με το υπουργείο και από κοινού αποφάσισαν πως θα έπρεπε να μπει στον ειδικό χώρο κράτησης, το παλιό πειθαρχείο, που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια είτε ως απομόνωση –σε περιπτώσεις που κάποιος κρατούμενος έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα– ή σαν προστασία, όταν υπάρχουν φόβοι για την ασφάλεια κρατουμένου.

Το πανό

Χωρίς δική του τουαλέτα, με ένα κρεβάτι στην άκρη, το κελί αυτό χωροταξικά δεν είναι εντελώς απομονωμένο από την υπόλοιπη φυλακή. Tρεις καγκελένιες πόρτες και ένας μακρύς διάδρομος περίπου 30 μέτρων το χωρίζουν από έναν χώρο που έχουν καθημερινά πρόσβαση οι κρατούμενοι. Mάλιστα, στην επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου οι σωφρονιστικοί είχαν βρει εκεί κρεμασμένο ένα πανό αφιερωμένο στην μνήμη του (έγραφε «Αλέξη ζεις στους δρόμους της φωτιάς»). Το ανακάλυψαν όταν κάποιος τους τηλεφώνησε πως υπήρχε αναρτημένη στο Διαδίκτυο φωτογραφία με τρεις κρατουμένους με καλυμμένα τα πρόσωπα κάτω από το πανό. Το κατέβασαν αλλά κανείς δεν έδωσε συνέχεια, ούτε διενεργήθηκε κάποιος έλεγχος για το πώς βρέθηκε το κινητό στα χέρια τους με πρόσβαση, μάλιστα, στο Ιντερνετ. Είναι μια πραγματικότητα γνωστή σε όλους τους αρμόδιους.

Το πρωί της Δευτέρας ο κατηγορούμενος έφτασε στον Αυλώνα, πέρασε τον έλεγχο στην είσοδο, τον φωτογράφισαν στη γραμματεία και αμέσως μετά τον οδήγησαν στο κελί. Είχε περάσει η ώρα του μεσημεριανού, αλλά ο σωφρονιστικός υπάλληλος του έφερε ένα πιάτο φαΐ. Κανονικά ο υπάλληλος θα καθόταν βάρδια έξω απο το κελί, αλλά είχε ήδη ενημερώσει τον προϊστάμενό του πως θα έπρεπε να αποχωρήσει από το πόστο του. Τρεις με πέντε το απόγευμα είχαν ελεύθερο επισκεπτήριο και θα έπρεπε να είναι εκεί να επιβλέπει. Ισως εκείνο το μεσημέρι στη διοίκηση της φυλακής να μετάνιωσαν που πρόσφατα είχαν αποφασίσει να μην τοποθετηθεί κάμερα στο σημείο (με το σκεπτικό πως οι κρατούμενοι θα την έσπαγαν) αλλά παρ’ όλα αυτά όλοι θεώρησαν πως δεν θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα, πως εκεί ο 19χρονος θα ήταν απομονωμένος. Κακώς. Γιατί, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο συγκεκριμένος χώρος έχει κενά ασφαλείας, τα οποία είναι γνωστά εδώ και μήνες.

Συγκεκριμένα, στα μέσα Απριλίου, στο ίδιο κελί είχε τοποθετηθεί ένας 20χρονος κρατούμενος, κατηγορούμενος για κλοπές. Ο εν λόγω φαίνεται πως είχε ανοικτές παρτίδες και καβγάδες στη φυλακή και πανικοβλήθηκε όταν ξαφνικά αντίκρισε μέσα στο κελί της απομόνωσης τρεις συγκρατούμενούς του. Φώναξε για βοήθεια, αλλά κανείς δεν τον άκουσε, τον έριξαν στο πάτωμα και για αρκετή ώρα τον χτυπούσαν άγρια σε όλο το σώμα. Κανείς από τους φύλακες δεν πήρε είδηση το τι συνέβαινε, τον βρήκαν στο κελί του πολύ αργότερα χτυπημένο και φοβισμένο.

Την επομένη, ο κρατούμενος ζήτησε να παρουσιαστεί στο συμβούλιο των φυλακών. Εκεί, ενώπιον του διευθυντή, του αρχιφύλακα και της εισαγγελέως, είπε για την επίθεση που είχε δεχθεί. Η εισαγγελέας γνώριζε καλά τα προβλήματα υποστελέχωσης και πως δεν υπήρχε φύλακας για το συγκεκριμένο πόστο, αλλά είχε πραγματική απορία για το πώς οι κρατούμενοι είχαν μπει στο κελί. «Ελα να σου δείξω», της είπε αργότερα ο αρχιφύλακας. Οι δυο τους περπάτησαν μέχρι εκεί. Κλείδωσε μία μόνο φορά την πόρτα και αμέσως μετά έβγαλε από την τσέπη του ένα σιδεράκι. Δεν χρειάστηκε να σπάσει την κλειδαριά, ούτε καν να βάλει δύναμη. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχε καταφέρει να την ανοίξει.

Η αναφορά

Σωφρονιστικοί υπάλληλοι είχαν στο παρελθόν αντιληφθεί το πρόβλημα και είχε γίνει αναφορά στο υπουργείο – πως η κλειδαριά ήταν απαρχαιωμένη και θα έπρεπε να αντικατασταθεί. Ακριβώς επειδή το πρόβλημα ήταν γνωστό, τον Απρίλιο προσπαθούσαν να βγάλουν άκρη για το ποιος είχε αφήσει το κελί –και τον κρατούμενο– εκτεθειμένο, κλειδώνοντας όχι δύο αλλά μία φορά. Ο κρατούμενος τότε, στην αναφορά που έκανε, έδωσε τη δική του εκδοχή: «Ενας υπαρχιφύλακας που με έχει βάλει στο μάτι το έκανε, ώστε οι κρατούμενοι να μπουν», είχε πει. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ξεκίνησε προκαταρκτική εξέταση και σχηματίστηκε δικογραφία. Ανάλογα ερωτήματα θα κληθούν ξανά να ερευνήσουν στις φυλακές του Αυλώνα τώρα, καθώς, όπως φαίνεται, η ιστορία επαναλαμβάνεται.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ

kathimerini.gr