παράλειψη καθορισμού προθεσμίας διορισμού τεχνικού συμβούλου

2 posts / 0 new
Τελευταία δημοσίευση
Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 4 έτη 8 μήνες
Member
Εγγραφή από: 11/06/2011 - 17:48
Δημοσιεύσεις: 1
Βαθμοί: 4
παράλειψη καθορισμού προθεσμίας διορισμού τεχνικού συμβούλου

Έχει κάποιος συνάδελφος την ΣυμβΑΠ 1269/10 αναφορικά με την γνωστοποίηση ονομάτων πραγματογνωμόνων και την παράληψη καθορισμού προθεσμίας διορισμού τεχνικού συμβουλίου; Η ανωτέρω απόφαση αποτελεί ερμηνεία του νόμου; Ποιες οι κυρώσεις από την παράληψη καθορισμού προθεσμίας για διορισμού τεχνικού συμβούλου από ανακριτικό υπάλληλο;

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 2 εβδομάδες
Hero
Εγγραφή από: 21/10/2011 - 20:04
Δημοσιεύσεις: 60
Βαθμοί: 143
Αριθμός 1269/2010 

Αριθμός 1269/2010 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση 
των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4)Χ4, κατοίκων ..., και 5)Χ5, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. 
Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ψ2, 2)Ψ1 και 3)Ψ3. 
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ χήρα Θ.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1213/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 124/29-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 4/21.7.2009 κοινή αίτηση (δήλωση) των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, κατοίκων ... και 5) Χ5, κατοίκου ..., για αναίρεση του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Με το 3/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου οι αναιρεσείοντες έχουν παραπεμφθεί, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον η μεν πρώτη τούτων για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, οι δε λοιποί για ηθική αυτουργία από κοινού στην ως άνω απάτη (άρθρα 13 στοιχ. γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 στοιχ. β' του ΠΚ, όπως το εδ. α' της παρ. 3 του άρθρου 216 τροπ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Μετά από κοινή έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, εκδόθηκε το 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση (1/2008) αυτών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα. Το εφετειακό αυτό βούλευμα αναιρέθηκε, με την 315/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τους κατηγορουμένους και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Ακολούθως, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 158/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο απέρριψε και πάλι κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. 
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. 
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά τους στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο (όπως όταν ο διάδικος είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητό του), ή αν συντρέχει περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 187 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας. Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονος και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπισή του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 2467/2008, 2176/2007, ΑΠ 835/2005, ΑΠ 1163/1995). 
ΙV. Στη προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητος του σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι κατόπιν της από 21.4.2003 εγκλήσεως της Ζ, κατοίκου ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και διενεργήθηκε κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Η εναντίον τους κατηγορία συνίσταται στην από κοινού κατάρτιση ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 13.11.2001 Θ κατ' απομίμηση της γραφής και της υπογραφής αυτού, την οποία η πρώτη τούτων Χ1, με την ηθική αυτουργία των λοιπών, προσκόμισε με σχετική αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και με παραπλάνηση του δικάσαντος την αίτηση αυτή δικαστή πέτυχε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία με την 842/2001 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, βάσει της οποίας στη συνέχεια ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Ιωάννης Μαναβάκης συνέταξε τα σχετικά δηλωτικά αποδοχής κληρονομίας τα οποία μετέγραψαν. Με την 368/2004 διάταξη της παραπάνω Ανακρίτριας, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον δικαστικό γραφολόγο Λ, προκειμένου να αποφανθεί περί της πλαστότητος ή μη της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης του αποβιώσαντος Θ. Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες (από τους οποίους ο 5ος είναι κάτοικος ...) ο διορισμός και το ονοματεπώνυμο του ως άνω πραγματογνώμονος, για να παρασχεθεί σ' αυτούς η δυνατότητα να ασκήσουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 191, 192 και 204 του ΚΠΔ δικαιώματά τους, για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και διορισμό τεχνικού συμβούλου. Ούτε εκτίθενται στη διάταξη της Ανακρίτριας λόγοι που επέβαλαν την άμεση ενέργεια της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 204 του ΚΠΔ να μην είναι υποχρεωτική η γνωστοποίησή της στους κατηγορουμένους κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Προσέτι, από τη συνημμένη 39/8.11.2004 έκθεση επιδόσεως προκύπτει ότι η παραπάνω Διάταξη της Ανακρίτριας γνωστοποιήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 192 του ΚΠΔ. Ο πραγματογνώμονας αυτός συνέταξε την από 24.5.2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία αποφαίνεται, μετά από λεπτομερή γραφολογική έρευνα και συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης με τη δειγματική γραφή και τις υπογραφές του αποβιώσαντος Θ, ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη έχει πλαστογραφηθεί εξολοκλήρου, τόσο κατά το κείμενο όσο και κατά την υπογραφή του φερόμενου ως διαθέτη, ενώ οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι είναι γνήσια. Περαιτέρω, από το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη η κοινή έφεση των κατηγορουμένων και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την κρίση του περί παραπομπής των ως άνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο πρωτίστως στην παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που έχει οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την πιο πάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένοι λόγοι που επέβαλαν τη μη γνωστοποίηση του διορισμού του πραγματογνώμονος Λ στους κατηγορουμένους, οι οποίοι υποστηρίζουν τη γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης του Θ, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, η οποία δεν θεραπεύθηκε από το ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της πραγματογνωμοσύνης αυτής μεταγενεστέρως, όταν κλήθηκαν σε απολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού - ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως - να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. Το ευεργετικό δε αυτό αποτέλεσμα της αναιρέσεως πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 του ΚΠΔ και στους συγκατηγορουµένους των αναιρεσειόντων Ψ2, Ψ1 και Ψ3, που παραπέµπονται µε το εκκαλούµενο βούλευµα, ως συμμέτοχοι (συναυτουργοί και ηθικοί αυτουργοί) των εν λόγω εγκλημάτων, των οποίων οι σχετικές εφέσεις απορρίφθηκαν κατ' ουσία µε το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά του οποίου δεν άσκησαν αναίρεση, αφού ο παραπάνω γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να αναιρεθεί το 158/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5. Να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό και ως προς τους συμμετόχους (συναυτουργούς και ηθικούς αυτουργούς) συγκατηγορουμένους αυτών Ψ2, Ψ1 και Ψ3. Και Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον αυτό είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.-Αθήνα, 23 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". 
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη από 21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως των α) Χ1, κατοίκου ..., β)Χ2, γ) Χ3, δ)Χ4, συζύγου Χ3, κατοίκων ... και ε) Χ5, κατοίκου ..., κατά του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε (μετ' αναίρεση) ως κατ' ουσία αβάσιμη η με αριθμό 1/2008 έφεση των αναιρεσειόντων και των στ) Ψ2 και ζ) Ψ1, κατοίκων ..., που δεν υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως, κατά του 3/2008 βουλεύματος του Συμ-βουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, με το οποίο οι ίδιοι παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κα-κουργημάτων Κρήτης για να δικαστούν ως υπαίτιοι πλαστο-γραφίας με χρήση πλαστού, με σκοπό οφέλους συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ (άπαντες) και για απάτη συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας άνω των 73.000 ευρώ (η πρώτη από αυτούς ως φυσική αυτουργός και οι λοιποί ως ηθικοί αυτουργοί, ΠΚ 216 παρ.1 και 3 περ.α', 386 παρ.1 και 3 περ.β'), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 482 παρ.2). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
2.Σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, κατά την προδικασία, οι ανακριτικοί υπάλληλοι μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος. Τέτοιες γνώσεις θεωρούνται και οι γραφολογικές, που είναι αναγκαίες προκειμένου να διαγνωσθεί αν κάποιο χειρόγραφο κείμενο έχει συνταχθεί ή όχι από συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 192 εδ.β' και 204 παρ.1 εδ.α' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι αυτός, που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη και διορίζει τους πραγματογνώμονες, έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει τα ονόματα αυτών προς τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι αδύνατη ή αν πρόκειται για εξαιρετικώς επείγουσα, προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη του άρθρου 187 ΚΠοινΔ. Σε αναφορά προς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, η γνωστοποίηση εξυπηρετεί αφ' ενός την άσκηση του δικαιώματος υποβολής ενστάσεως εξαιρέσεως, που πρέπει να γίνει "ωσότου οι πραγματογνώμονες αρχίσουν το έργο τους" (ΚΠοινΔ 192 εδ.α') και αφ' ετέρου την άσκηση του δικαιώματος διορισμού τεχνικού συμβούλου, που υφίσταται μόνο όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα και πρέπει να πραγματοποιηθεί "μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από εκείνον που ενεργεί την ανάκριση" (ΚΠοινΔ 204 παρ.1 εδ.β'). Και ως προς μεν την παράλειψη της γνωστοποίησης στην πρώτη περίπτωση, η επερχόμενη συνέπεια δεν είναι η ακυρότητα, αλλά η υποκατάσταση του κατηγορουμένου στο δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση των πραγματογνωμόνων ακόμη και μετά την παράδοση της έκθεσης τους, μέχρι το τέλος της ανάκρισης (ΚΠοινΔ 192 εδ.γ'). Από την παράλειψη, όμως, της γνωστοποίησης στη δεύτερη περίπτωση, ο κατηγορούμενος για κακούργημα στερείται τη δυνατότητα να διορίσει εγκαίρως (δηλαδή πριν από τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης) τεχνικό σύμβουλο και με τον τρόπο αυτό καταλύεται το συναφές δικαίωμα της υπεράσπισης του και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (ΚΠοινΔ 171 περ.1 στοιχ. δ', πρβλ. ΑΠ 2467/2008, 2176/2007). Εάν γίνει η γνωστοποίηση, αλλά παραλειφθεί ο καθορισμός προθεσμίας, δεν επέρχεται ακυρότητα, αλλά ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο αμέσως μετά τη γνωστοποίηση και χωρίς χρονικό περιορισμό. Η ως άνω ακυρότητα, αναφερόμενη σε πράξη της προδικασίας, μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο (ΚΠοινΔ 173 παρ.2) και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Εάν η εκ της παραλείψεως της γνωστοποιήσεως άκυρη πραγματογνωμοσύνη αξιολογηθεί από το δικαστικό συμβούλιο ως αποδεικτικό μέσο, για να στηρίξει την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ιδρύεται και λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της προσήκουσας αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και των διαδικαστικών εγγράφων, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, για να στηρίξει την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του και να επικυρώσει την παραπομπή των κατηγορουμένων (τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων) στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αξιολόγησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την από 24-5-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Λ, που είχε διορισθεί ως πραγματογνώμονας με την 368/8-4-2004 διάταξη του ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Ενώ, όμως, η έκδοση της διάταξης αυτής είχε γνωστοποιηθεί προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν είχε γνωστοποιηθεί σε κανένα από τους κατηγορουμένους, παρά το γεγονός ότι αυτοί αναφέρονταν ονομαστικά στην από 21-4-2003 έγκληση της Ζ, με αφορμή την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, που αφορούσε κακουργήματα και διεξαγόταν η κυρία ανάκριση, χωρίς να γίνεται επίκληση εξαιρετικής περίπτωσης για την παράλειψη αυτή. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι, παρά το γεγονός ότι έλαβαν γνώση της από 24-5-2005 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης όταν κλήθηκαν σε απολογία, στερήθηκαν τη δυνατότητα να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο κατά το χρόνο που άσκησε το έργο του ο πραγματογνώμονας. Για ένα τέτοιο διορισμό είχαν ευλόγως έννομο συμφέρον, αφού το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης ήταν η διερεύνηση της σ' αυτούς αποδιδόμενης πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του κατά την 13-11-2001 αποβιώσαντος συγγενούς των Θ, υπέρ της γνησιότητας της οποίας αγωνίζονταν οι ίδιοι. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε ακυρότητα και κατέστησε την ως άνω έκθεση απαράδεκτη ως αποδεικτικό μέσο. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 485 παρ. 1 και 519). Η έρευνα του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αναφέρονται, αντιστοίχως, στη μη αξιολόγηση της ανωμοτί κατάθεσης της εγκαλούσας και τότε πολιτικώς ενάγουσας και στην εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, είναι περιττή, αφού τα ζητήματα αυτά θα ερευνηθούν εκ νέου από το Συμβούλιο Εφετών.
3. Κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, το αποτέλεσμα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να επεκταθεί και στις κατηγορούμενες Ψ2 και Ψ1, κατοίκους ..., που είχαν ασκήσει έφεση κατά του πρωτοδίκου, παραπεμπτικού βουλεύματος, αλλά όχι αναίρεση, καθώς και στον κατηγορούμενο Ψ3, κάτοικο ..., που παραπέμφθηκε, αλλά δεν άσκησε έφεση, διότι ο λόγος αναιρέσεως που ευδοκίμησε δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως των α) Χ1, κατοίκου ..., β) Χ2, γ) Χ3, δ) Χ4, συζύγου Χ3, κατοίκων ... και ε) Χ5, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του 158/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
ΑΝΑΙΡΕΙ το προσβαλλόμενο βούλευμα.

ΔΕΧΕΤΑΙ ότι το αποτέλεσμα της αναίρεσης επεκτείνεται και στους συγκατηγορούμενους στ) Ψ2, ζ) Ψ1, κατοίκους ... και η) Ψ3, κάτοικο ....- Και 
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2010. -Και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σε σύνδεση τώρα

Είναι εδώ αυτή τη στιγμή 0 χρήστες.