ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

12 posts / 0 new
Τελευταία δημοσίευση
Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 έτη 3 εβδομάδες
Review Team
Εγγραφή από: 02/10/2012 - 19:46
Δημοσιεύσεις: 61
Βαθμοί: 107
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Μου έχει χρεωθεί δικογραφία (στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης), όπου ο εισαγγελέας μου δίνει παραγγελία να κινηθώ και να κάνω τις απαραίτητες ενέργειες βάσει του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Στην ουσία δεν με δεσμεύει και μου δίνει απόλυτη ελευθερία να κινηθώ δικονομικά. Το ερώτημα που έχω είναι, εάν μετά από τη δική μου έρευνα και από τις καταθέσεις τις οποίες πάρω, προκύψουν σαφές ενδείξεις ενοχής για ένα άτομο , μπορώ να τον καλέσω για να μου δώσει ανωμοτί εξηγήσεις ( στηριζόμενος στην ελευθερία που μου δίνει η παραγγελία του εισαγγελέα) ή θα πρέπει να στείλω τη δικογραφία στον εισαγγελέα για να μου την επιστρέψει πάλι πίσω, αναφέροντας ρητά να λάβω ανωμοτί εξηγήσεις από τον ύποπτο;

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 7 μήνες 1 εβδομάδα
Member
Εγγραφή από: 22/07/2011 - 10:13
Δημοσιεύσεις: 2
Βαθμοί: 27
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Μήπως μπορείς ανεβάσεις την υπ αριθμ 1/2009 εγκύκλιο του Α.Π. που ειναι σχετική με την έρευνα και κατάσχεση στην προκαταρκτική
Γενικότερα που τις βρίσκεις τις εγκυκλίους και τις γνωμοδοτήσεις ,σε βιβλίο ή σε ηλεκτρονικό σύνδεσμο ;

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 3 εβδομάδες
Veteran
Εγγραφή από: 14/05/2011 - 22:56
Δημοσιεύσεις: 13
Βαθμοί: 550
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1
Ετος: 2009
________________________________________

Περίληψη
Προκαταρκτική εξέταση. Μεταξύ των ανακριτικών πράξεων, που η ενέργεια τους είναι επιτρεπτή κατά τη διενέργεια της προκαταρτικής εξετάσεως, περιλαμβάνονται οι έρευνες και κατασχέσεις.
________________________________________
Κείμενο Απόφασης
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Αθήνα 5 Φεβρουαρίου 2008
Αριθ. Πρωτ. 492
Αρ. Εγκ. 1/2009
Προς
Τους Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών
και δι' αυτών προς
τους Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών του Κράτους
Υπέπεσε στην αντίληψη μας ότι προανακριτικοί υπάλληλοι κατά την ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως διστάζουν να προβούν σε έρευνες και κατασχέσεις, μολονότι με την ενέργεια των ανακριτικών αυτών πράξεων, θα ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί η τέλεση εγκληματικών πράξεων, ενώ εξάλλου, με έρεισμα την υπ' αριθμ. πρωτ. 1559/23-11-2004 εγκύκλιο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών δεν αποστέλλουν αιτήματα δικαστικής συνδρομής, η ικανοποίηση των οποίων είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξετάσεως.
Ενόψει τούτων επιθυμούμε να θέσουμε υπόψη σας τα ακόλουθα σε σχέση προς τα ανωτέρω ζητήματα:
Α.Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 και 2 του Κ. Ποιν. Δικ., όπως η παρ. 2 αντικ. με τα άρθρα 2 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και 5 Ν. 3346/2005, ορίζονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα:
παρ. 1: «Ο Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί α) προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης, β) προανάκριση για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη ...», παρ. 2 «.Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241, Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί.
Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση.
Επίσης έχει δικαίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του.
Τα ως άνω δικαιώματα μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός εάν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για τα παραπάνω δικαιώματα του. Οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 περιπτώσεις γ, δ και ε εφαρμόζονται αναλόγως.
Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας.
Εφ' όσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίσθηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέταση του».
Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 Κ. Ποιν. Δ., πριν από την αντικατάσταση της με τους Ν. 3160/2003 και Ν. 3346/2005, είχε ως ακολούθως: «Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται συμφώνως προς τα άρθρα 240 και 241, η δε τυχόν ληφθείσα κατ' αυτήν έγγραφος εξέτασις του υπόπτου δεν δύναται να αποτελέσει μέρος της ποινικής δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας». Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 του Κ. Ποιν. Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 4 του Ν. 3160/2003, ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο Εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά κινεί την ποινική δίωξη παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απ' ευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφ' όσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφ' όσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη».
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 244 Κ. Ποιν. Δ., όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3346/2005, ορίζονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «Η προανάκριση δεν είναι αναγκαία για τα πταίσματα ή για τα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημ/κείου καθώς και για τα πλημμελήματα που δικάζονται κατά την διαδικασία των αυτοφώρων................ Δεν είναι επίσης αναγκαία και για τα άλλα πλημμελήματα αν έγινε προκαταρκτική εξέταση (άρθρο 31 παρ. 1 α). Σε όλες τις περιπτώσεις ο Εισαγγελέας μπορεί αμέσως να καλέσει τον κατηγορούμενο απευθείας στο ακροατήριο ...».
II. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν αβιάστως τα ακόλουθα: 1. Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας αλλά και σκοπού, συνισταμένου στην αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας υπό την μορφή της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων, ταυτίζονται απολύτως. Η μόνη διαφορά που εξακολουθεί να διατηρείται είναι ότι στην προανάκριση υπάρχουν κατηγορούμενοι, ενώ στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν «ύποπτοι», οι οποίοι όμως έχουν όλα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων.
Τα ανωτέρω ενυπάρχουν στη βούληση του νομοθέτη του Ν. 3346/2005, όπως τούτο προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση (βλ. αιτιολογική έκθεση σε σχέση ιδία προς τα άρθρα 5 και 10 του άνω νόμου, στην οποία διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Με το άρθρο 5 επέρχεται τροποποίηση στη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης, ώστε αυτή να λειτουργήσει ουσιαστικά. Δίνονται στον ύποπτο τα πλήρη δικαιώματα του κατηγορουμένου ...» και «Με το άρθρο 10 επιδιώκεται η επιτάχυνση ακόμη περισσότερο της προδικασίας έτσι ώστε να αποφεύγεται η διεξαγωγή διπλής ανακριτικής έρευνας, ιδίως όταν έχει ενεργηθεί ήδη πλήρης έρευνα των καταγγελιών κατά την προκαταρκτική εξέταση»). Πέραν όμως τούτων, η πλήρης ταύτιση προανακρίσεως και προκαταρκτικής εξετάσεως αποτελεί την αναγκαία συνέπεια του γεγονότος ότι, μετά την ισχύ των ανωτέρω νόμων επί πλημμελημάτων αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και κακουργημάτων (εφ1 όσον βεβαίως δεν έχει προηγηθεί αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση λόγω αυτοφώρου), είναι υποχρεωτική η ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως πριν από την άσκηση της ποινικής διώξεως.
2. Δεν δύναται πλέον να υπάρξει και η ελάχιστη αμφιβολία περί του ότι η προκαταρκτική εξέταση έχει δικαιοδοτικό και όχι διοικητικό χαρακτήρα και αποτελεί στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Αυτό δε ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και η προ της ισχύος των νόμων 3160/2003 και 3346/2005 υποστηριζόμενη και μη κρατούσα βεβαίως άποψη, σύμφωνα με την οποία η προκαταρκτική εξέταση είχε διοικητικό χαρακτήρα, δεν ήταν ορθή (βλ. Κ. Σταμάτη, Η Προκαταρτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και σκοπιμότητας, σελ. ιδία 44-44 και 188-189, Γρηγόρη Καλφέλη, Η κατάσχεση και η άρση αυτής κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, Αρμενόπουλος (1986), σελ. 197 επ. και αυτόθι παραπομπές, Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της Ποινικής Δίκης, εκδ. Β', σελ. 230, σημ. 3).
3. Για την κίνηση της ποινικής διώξεως, μετά την κατά τα άνω επελθούσα νομοθετική μεταβολή, απαιτείται, ως προϋπόθεση, η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, ενώ με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς ήταν αρκετή η απλή πιθανολόγηση. Όπως είναι προφανές, με τη ρύθμιση αυτή δεν λαμβάνει χωράν χαλάρωση της ισχύουσας αρχής της νομιμότητας υπέρ της αρχής της σκοπιμότητας, όπως υποστηρίζεται (Πολύχρονη Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης, σελ. 49 επ.). Εξακολουθεί να ισχύει η αρχή της νομιμότητας. Απλώς, θεσπίστηκε ρητώς ποσοτική διαφορά των στοιχείων που απαιτούνται για την άσκηση της ποινικής διώξεως, (απαιτείται η συνδρομή «επαρκών» ενδείξεων και επομένως περισσοτέρων των αμυδρών ή ελαχίστων ενδείξεων), τα οποία θα αναζητούνται με την υποχρεωτικώς παραγγελομένη πλέον ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως επί εγκλημάτων αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και κακουργημάτων. Τούτο, ήτοι η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ως προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, θεσπίσθηκε με σκοπό την προστασία της προσωπικότητας των πολιτών από το διασυρμό λόγω ασκήσεως κατ' αυτών ποινικών διώξεων, οι οποίες, είναι βέβαιο, ότι θα κατέληγαν στην έκδοση απαλλακτικών βουλευμάτων. Λέγομε δε θεσπίστηκε «ρητώς» διότι η δυνατότητα αυτή υπήρχε και υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο επέτρεπε αλλά και επέβαλε στον Εισαγγελέα να απορρίπτει μια έγκληση ή να θέτει στο αρχείο μια μήνυση, όταν αυτή ήταν κατ' ουσίαν προφανώς ψευδής. Το τελευταίο όμως ελάμβανε χωράν εφ' όσον δεν υφίσταντο έστω και αμυδρές ή ελάχιστες ενδείξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.
4. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται με τη διαδικασία της προανακρίσεως, αφού γίνεται ρητή παραπομπή στα άρθρα 240 και 241 Κ. Ποιν. Δ. Αυτό σημαίνει ότι για να καταλήξει η εισαγγελική αρχή στο πόρισμα, αν πρέπει να προβεί στην άσκηση της ποινικής διώξεως ή όχι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 43 και 47 του Κ. Ποιν. Δ., θα ενεργήσει την προκαταρτική εξέταση με όλα τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 178 Κ. Ποιν. Δ. και με τη διαδικασία γενικά της ττροανακρίσεως, εντεύθεν δε και τις ανακριτικές πράξεις που προβλέπονται από τον Κ. Ποιν. Δ. (άρθρα 251 επ.), με εξαίρεση εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξετάσεως, όπως π.χ. απολογία του κατηγορουμένου, έκδοση εντάλματος σύλληψης κλπ.
Υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς είχε υποστηριχθεί, κυρίως από τους δεχόμενους το διοικητικό χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξετάσεως, ότι, κατ' αυτήν (προκαταρκτική εξέταση), δεν μπορεί να ενεργηθεί η ανακριτική πράξη της κατασχέσεως και εντεύθεν της χρονικά προηγούμενης αυτής έρευνας (άρθρα 260 επ. και 253 επ. Κ. Ποιν. Δ.), επειδή αποτελεί προωθημένη ανακριτική ενέργεια, μη συμβιβαζόμενη με τη φύση της προκαταρτικής εξετάσεως (βλ. ιδία Γρηγ. Καλφέλη, ενθ. ανωτέρω, σελ. 197 επ.).
Τη θέση αυτή ακολούθησε και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1328/2003 απόφαση του, εκδοθείσα με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Ανεξαρτήτως, όμως, του γεγονότος ότι η ορθότητα της ανωτέρω θέσεως και υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς είναι αμφίβολη, δεν είναι δυνατόν πλέον να γίνει αποδεκτή υπό το διαμορφωθέν με τους ρηθέντες νόμους 3160/2003 και 3346/2005 νομοθετικό καθεστώς.
Τούτο δε και δια τους ακολούθους, εκτός των ως άνω εκτεθέντων, ειδικότερους λόγους.
α. Σκοπός της προκαταρκτικής εξετάσεως δεν είναι πλέον η ανεύρεση κάποιων στοιχείων, με τα οποία να πιθανολογείται, έστω και ελάχιστα, η τέλεση ενός αδικήματος, αλλά η συλλογή στοιχείων με τα οποία θα συγκροτείται η έννοια των επαρκών ενδείξεων, που αποτελούν την προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως. Εάν για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν ήταν δυνατή η προσφυγή, αφ' ενός σε όλα τα κατά το άρθρο 178 Κ. Ποιν. Δ. αποδεικτικά μέσα και αφ' ετέρου σε όλες τις από τον Κ. Ποιν. Δ. προβλεπόμενες ανακριτικές πράξεις, εκτός εκείνων που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξετάσεως και το στάδιο της ποινικής διαδικασίας που αυτή λαμβάνει χωράν, πως θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός;
β. Όπως ελέχθη, μετά την επελθούσα νομοθετική μεταβολή κατά τα έτη 2003 και 2005, στην προκαταρκτική εξέταση υπάρχει ύποπτος ο οποίος καλείται και δίδει εξηγήσεις, έχει όλα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου (παρίσταται με συνήγορο, λαμβάνει προθεσμία για να δώσει εξηγήσεις, λαμβάνει αντίγραφα όλων των εγγράφων της δικογραφίας κλπ.) και οι διδόμενες εξηγήσεις αποτελούν πλέον αποδεικτικό στοιχείο που λαμβάνεται υπ' όψιν από τα αρμόδια κάθε φορά δικαστικά όργανα.
Έτσι, το επιχείρημα ότι η ανακριτική πράξη της έρευνας και κατασχέσεως δεν ήταν επιτρεπτή κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, επειδή αποτελούσε «επώδυνη παρέμβαση στην ιδιωτική (οικονομική σφαίρα) του ατόμου», το οποίο είναι αμφίβολο εάν είχε την ιδιότητα του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν είχε τα δικαιώματα του (Γρηγ. Καλφέλη, ενθ' ανωτέρω), δεν μπορεί πλέον να εύρει έδαφος εφαρμογής. Άλλωστε, η κλήση του υπόπτου για παροχή εξηγήσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ολιγότερο επαχθής από την ανακριτική πράξη της έρευνας και κατάσχεσης. Αυτά δε ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι με βάση την κρατούσα άποψη, σύμφωνα με την οποία και η προκαταρτική εξέταση έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα και αποτελεί μέρος της ποινικής διαδικασίας, το ανωτέρω επιχείρημα δεν έχει θέση.
γ. Ενόψει του ότι, μετά το Ν. 3346/2005, ο ύποπτος έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση όλων των στοιχείων της δικογραφίας, σ' ένα πρώιμο μάλιστα στάδιο, και εντεύθεν τη δυνατότητα να αντικρούει τις σε βάρος του κατηγορίες, πριν καν αυτές «γεννηθούν» και μορφοποιηθούν, θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αληθείας να μη δύναται ο προανακριτικός υπάλληλος να κάνει χρήση όλων των αποδεικτικών μέσων και όλων των ανακριτικών πράξεων (εκτός φυσικά εκείνων που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξετάσεως), προκειμένου να δυνηθεί να συλλέξει όλα τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν σε ασφαλή κρίση για την τέλεση ή μη τέλεση ενός εγκλήματος υπό την μορφή φυσικά των επαρκών ενδείξεων. Αληθώς, χωρίς τη δυνατότητα έρευνας των υποθέσεων με πληρότητα, οι δικογραφίες θα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στο αρχείο.
δ. Οι ανακριτικές πράξεις της έρευνας και κατάσχεσης είναι εκείνες που κατά κανόνα οδηγούν, με τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και ιδία πειστηρίων, στην επιβεβαίωση τελέσεως εγκληματικών πράξεων από συγκεκριμένους δράστες. Εάν υφίστατο κώλυμα ενεργείας αυτών των ανακριτικών πράξεων από τον προανακριτικό υπάλληλο κατά την προκαταρκτική εξέταση, η προσπάθεια του για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος, λόγω της χωλότητας ως προς την ανωτέρω δυνατότητα, θα παρέμενε κατά κανόνα ατελέσφορη.
Β. Με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 Κ. Ποιν. Δ. ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι «αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του Εισαγγελέα». Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 ορίζεται ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί α) προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει εάν υπάρχει περίπτωση ποινικής διώξεως και β) προανάκριση για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 35 Κ.Ποιν.Δ., δικαίωμα να ενεργούν προκαταρκτική εξέταση έχουν ο Εισαγγελέας Εφετών και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, οι ανακριτικές πράξεις των ερευνών και κατασχέσεων ενεργούνται κυρίως επί αυτοφώρων εγκλημάτων, προκειμένου να ανευρεθούν τα αποδεικτικά στοιχεία (πειστήρια), από τα οποία θα βεβαιούται η τέλεση αυτών. Πέραν τούτου, ενεργούνται από τον ανακριτικό υπάλληλο, όταν υπάρχουν πληροφορίες, ότι με την έρευνα που πρόκειται να ενεργηθεί σε ορισμένο χώρο, θα ανευρεθούν πειστήρια τελέσεως μη αυτοφώρων εγκλημάτων, ως προς τα οποία υπάρχει άμεσος κίνδυνος εξαλείψεως και εξαφανίσεως.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι προφανές ότι η παρέμβαση του προανακριτικού υπαλλήλου θα πρέπει να είναι άμεση, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχει κίνδυνος ανά πάσα στιγμή εξαφανίσεως των πειστηρίων. Με βάση τ' ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι κατά κανόνα οι έρευνες και οι κατασχέσεις έχουν επείγοντα χαρακτήρα και συνεπώς, εφ' όσον και κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξετάσεως υπάρξει πληροφορία περί δυνατότητας ανευρέσεως πειστηρίων τελέσεως ενός εγκλήματος, τα οποία θα είναι δυνατόν να εξαφανισθούν, δικαιούται ο ανακριτικός υπάλληλος, μεταξύ των οποίων και ο Εισαγγελέας, να προβαίνει σε έρευνα για την ανεύρεση των πειστηρίων, τα οποία εν συνεχεία θα κατάσχει.
Γ. Όπως είναι γνωστό, δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων ζητείται ή παρέχεται από τη χώρα μας είτε με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1959 είτε με βάση διμερείς συμβάσεις είτε με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας. Σ' όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις προϋπόθεση του αιτήματος δικαστικής συνδρομής είναι η τέλεση εγκλήματος για το οποίο επιτρέπεται η έκδοση (άρθρο 5 εδ. β της Σύμβασης του 1959). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Εκδόσεως της 13-12-1957, που κυρώθηκε με το Ν. 4165/1961, «η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες από τους νόμους του αιτούντος Μέρους και του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους ή αυστηρότερη ποινή», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 437 Κ. Ποιν. Δ., η οποία εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει σύμβαση, το προβλεπόμενο ελάχιστο ανώτατο όριο ποινής είναι δύο (2) έτη. Όταν οι ελληνικές δικαστικές αρχές ζητούν από τις αρμόδιες αλλοδαπές αρχές τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων (εξέταση μαρτύρων και κατηγορουμένων ή υπόπτων, ενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, έρευνα και κατάσχεση πειστηρίων), εφαρμόζονται, κατ1 αρχάς, οι σχετικές διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που υπερισχύουν, σύμφωνα με κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, των εσωτερικών νόμων, ή της κατά περίπτωση διμερούς συμβάσεως και, εφ' όσον δεν υφίσταται διμερής σύμβαση ή η χώρα προς την οποία απευθύνεται η αίτηση δεν έχει κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής, η διάταξη του άρθρου 457 του Κ. Ποιν. Δ. Ούτε από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του 1959 ούτε από τη διάταξη του άρθρου 457 Κ. Ποιν. Δ. προκύπτει ότι η άσκηση ποινικής διώξεως αποτελεί προϋπόθεση για τη διαβίβαση αιτήματος δικαστικής συνδρομής. Εκ τούτων, παρέπεται ότι αίτημα δικαστικής συνδρομής μπορεί να διαβιβασθεί και όταν ενεργείται προκαταρτική εξέταση. Το τελευταίο ισχύει πολύ περισσότερο μετά την ισχύ του Ν. 3346/2005 και την δι' αυτού πλήρη εξομοίωση της προκαταρκτικής εξέτασης με την προανάκριση, όπως ήδη εκτέθηκε σε άλλη θέση. Άλλως τε μετά την ισχύ του Ν 3346/2005 η προκαταρκτική εξέταση κατατείνει στη διερεύνηση τελέσεως ή μη συγκεκριμένης ή συγκεκριμένων εγκληματικών πράξεων για τις οποίες ο ύποπτος θα κληθεί να παράσχει εξηγήσεις.
Δ. Άπαντα τα μέχρι τούδε εκτεθέντα οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1. Μετά την ισχύ του Ν. 3346/2005 κατά την ενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως είναι επιτρεπτή πλέον η χρήση όλων των αποδεικτικών μέσων και η ενέργεια όλων των ανακριτικών πράξεων, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξετάσεως, όπως π.χ. απολογία του κατηγορουμένου.
2. Μεταξύ των ανακριτικών πράξεων, που η ενέργεια τους είναι επιτρεπτή κατά τη διενέργεια της προκαταρτικής εξετάσεως, περιλαμβάνονται αναμφιβόλως οι έρευνες και κατασχέσεις και
3. Κατά την ενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως είναι επιτρεπτή και σύννομη η διαβίβαση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής.
Ε. Οι κ.κ. Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών του Κράτους παρακαλούνται να ανακοινώσουν σε όλους τους εισαγγελικούς λειτουργούς των υπηρεσιών που διευθύνουν την παρούσα εγκύκλιο μας, με την οποία, όπως είναι αυτονόητο, καταργείται οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη για τα ίδια θέματα, όπως ιδία η υπ' αριθμ. πρωτ. 1559/23-11-2004 της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Σανιδάς
Κοινοποίηση:
1. κ. Υπουργό Δικαιοσύνης,
2. κ. Πρόεδρο του Τριμελούς /Συμβουλίου Επιθεώρησης Δικαστηρίων
________________________________________
Εισηγητές: Γεώργιος Σανιδάς Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 7 μήνες 1 εβδομάδα
Member
Εγγραφή από: 22/07/2011 - 10:13
Δημοσιεύσεις: 2
Βαθμοί: 27
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Ευχαριστώ μια άλλη ερώτηση ο Δημόσιος κατήγορος μπορεί να παραγγείλει προκαταρκτική π.χ. για τροχαίο ατύχημα με υλικές ζημιές και εγκατάληψη ή για αυτοδικία ή ολως ελαφρα σωματική βλάβη κ.τ.λ.
[edit time=1386268144]Achilleg[/edit]

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 έτος 1 μήνας
Elite Member
Εγγραφή από: 14/05/2011 - 13:58
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 50
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Σε συνέχεια του ερωτήματος, εγώ θα ήθελα να ρωτήσω αν στα πλαίσια της προκαταρκτικής μπορούμε να προβούμε σε κατάσχεση.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 3 εβδομάδες
Veteran
Εγγραφή από: 14/05/2011 - 22:56
Δημοσιεύσεις: 13
Βαθμοί: 550
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Σχετικα με το πρώτο ερώτημα εφόσον ο Εισαγγελέας σου δίνει ''ελευθερία κινησεων'' οφείλεις να πάρεις και εξηγήσεις του υπόπτου αν αυτός φυσικα εξακριβωθεί.

Σχετικα με το δεύτερο ερώτημα αρχικά είχε εκδοθει η υπ'αριθμ 1559/23-11-2004 Εγκύκλιος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών η οποία ανέφερε ρητα οτι ΔΕΝ είναι δυνατή η κατάσχεση και η έρευνα στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης και ετσι αυτη ήταν και η τακτικη που ακολουθείτο κατα γράμμα.
Εν συνεχεία ομως εκδόθηκε η εκ διαμέτρου αντίθετη 1/2009 εγκύκλιος ΑΠ η οποία ανετρεψε τα μεχρι τότε ισχύοντα δεδομένα και σύμφωνα με την οποία ''Μεταξύ των ανακριτικών πράξεων, που η ενέργεια τους είναι επιτρεπτή κατά τη διενέργεια της προκαταρτικής εξετάσεως, περιλαμβάνονται οι έρευνες και κατασχέσεις.'' και η οποία μάλιστα κατήργησε ρητα την προαναφερόμενη εκγύκλιο της Εισ.Εφ.Αθ.

[b]Αρα μετα βεβαιότητας επιτρέπεται η κατάσχεση αλλα ακόμα και η ερευνα στο σταδιο της προκαταρκτικής.[/b]

Εικόνα dompapa
Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 3 μήνες 4 ημέρες
Review Team
Εγγραφή από: 17/10/2011 - 18:31
Δημοσιεύσεις: 15
Βαθμοί: 97
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

Καλησπέρα, χρεώθηκα μια προκαταρκτική εξέταση και ο εισαγγελέας μου λέει να πάρω 2 ενορκες καταθέσεις από τους 2 παθοντες, αλλά αυτοί θέλουν να δηλώσουν και πολιτική αγωγή.
1 ερώτηση. Θα πάρω τελικά ενορκες καταθέσεις ή ανωμοτί; Ρωτάω γιατί θυμάμαι ότι στη σχολή λέγανε για ανωμοτί, ενώ σε συζητήσεις στο forum είδα ότι η πρώτη είναι πάντα ενορκη και η δεύτερη αν χρειαστεί είναι ανωμοτί.
2 ερώτηση. Πρέπει για την πολιτική αγωγή να γράψω κάτι συγκεκριμένο στο κείμενο;

Sos περιμένω απαντήσεις γιατί πνιγομαι.
Ευχαριστώ

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 3 εβδομάδες
Veteran
Εγγραφή από: 14/05/2011 - 22:56
Δημοσιεύσεις: 13
Βαθμοί: 550
Απ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (ΑΡΘΡΟ 31 Κ.Π.Δ.)

1] Αλλο ένα δικονομικό θέμα στο οποίο οι απόψεις διιστανται και για το οποίο έχουν εκδοθεί αντίθετες απόφάσεις είναι κατά πόσο ο ψευδομηνυτής, δηλαδή αυτός που καταθέτει μήνυση με ψευδές περιεχόμενο, διαπράττει και ψευδορκία, εφόσον βεβαιώνει το περιεχόμενό της (την αλήθεια δηλαδή του περιεχομένου της) με όρκο.

Ουσιαστικά, δεν τίθεται ζήτημα, γιατί ο ΚΠΔ δεν προβλέπει υποχρέωση όρκισης κατά την κατάθεση της μήνυσης, επιπλέον δε, όταν στην έγκλήση/μήνυση δηλώνεται και παράσταση πολιτικής αγωγής η όρκιση αντιβαίνει στο άρθρο 221 ΚΠΔ, καθώς ο πολιτικώς ενάγων εξετάζεται πάντοτε χωρίς όρκο.

Παρόλα αυτά, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός αποτελούσε η αντίθετη, παγιωμένη στην πράξη, τακτική, όπου ο καταθέτων την μήνυση ορκιζόταν, πρακτική όμως αστήρικτη εντελώς στον νόμο.

Αυτή η άποψη (ότι δηλαδή διαπράττεται ψευδορκία) εξακολουθεί να ακολουθείται από τον Άρειο Πάγο , με το σκεπτικό ότι παρόλο που δεν προβλέπεται από τον νόμο κατά την υποβολή της μήνυσης η ένορκη βεβαίωση του μηνυτή σχετικά με το αληθές του περιεχομένου της, πλην όμως, γενομένη αυτή, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία, την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 224, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 εδ. δ’ ΚΠΔ απαγόρευση όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία είτε στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας, και λαμβάνεται συνεπώς υπόψη η ένορκη κατάθεσή του για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης.

[b]Σχετικά με την πρώτη άποψη και δη οτι ο πολ.ενάγ. ΔΕΝ ορκίζεται ουτε κατα την ΑΡΧΙΚΗ υποβολή της έγκλησης έχει εκδοθεί η υπ'αριθμό 1716/2005 Διατ.ΕΦ.ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ
[/b]
''. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η προσωπική μας θέση, ως προς το αν τελεί ψευδορκία αυτός που βεβαιώνει την αλήθεια του περιεχομένου της μηνύσεώς του με όρκο, κατά την υποβολή της ενώπιον του Εισαγγελέα, και όταν αυτό είναι ψευδές, είναι ότι δεν διαπράττει το ανωτέρω έγκλημα της ψευδορκίας. Και τούτο διότι ο κώδικας ποινικής δικονομίας δεν προβλέπει υποχρέωση όρκισης κατά την κατάθεση της μήνυσης. Τα όσα αντίθετα συμβαίνουν καθημερινά είναι αποτέλεσμα μιας παγιωμένης μεν, μη στηριζόμενης όμως στο νόμο εισαγγελικής και αστυνομικής πρακτικής. Και επιπλέον όταν στην έγκληση ή μήνυση δηλώνεται και παράσταση πολιτικής αγωγής, η όρκιση αυτών αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 221 ΚΠΔ, κατά την οποία ο πολιτικώς ενάγων εξετάζεται πάντοτε χωρίς όρκο (Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, σ. 194, 217, υποσημ. 4, Μαργαρίτη, Εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης, σ. 183 επ., ΣυμβΠλημΘεσ 725/1990 Υπερ. 1991. 237, Διάταξη ΕισαγγΕφΙωαν 11/202, αδημοσίευτη) ''

[b]Όλως αντίθετη άποψη εκφράζεται στην υπ'αριθμο 757/1999 ΑΠ σύμφωνα με την οποία :
[/b]
'' Ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησής του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 § 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατ' άρθρο 221 δ' ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης η ένορκη κατάθεσή του, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης ''

[b]Την αυτή άποψη ακολουθεί και η υπ'αριθμό 1089/2007 ΑΠ σύμφωνα με την οποία :
[/b]
''Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται, α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας γιαυτή αρχής, β) περιεχόμενο της κατάθεσης με ψευδή πραγματικά γεγονότα και γ) άμεσος δόλος του δράστη (μάρτυρα), ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Αρχή αρμόδια για ένορκη εξέταση είναι, κατά τα άρθρα 31 παρ.1, 33, 42 παρ.1 και 2 και 46 του Κ.Π.Δ., και ο Εισαγγελέας πλημμελειοδικών, ο οποίος, μετά την εγχείριση σ' αυτόν της μήνυσης ή της έγκλησης, ενεργεί ως πρώτη προανακριτική πράξη, για τη βεβαίωση της αξιόποινης πράξης, την ένορκη εξέταση του μηνυτή ή του εγκαλούντα, για την αλήθεια των αναφερόμενων στη μήνυση ή την έγκληση περιστατικών. Ετσι και ο ψευδομηνυτής διαπράττει ψευδορκία, όταν βεβαιώνει ενόρκως ενώπιον του εισαγγελέα, κατά την εγχείριση σ' αυτόν της μήνυσης ή της έγκλησης , το ψευδές περιεχόμενό της, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές.''

Την επικρατούσα άποψη, δηλαδή οτι ο πολ.ενάγ. αλλά κ ο εγκαλών ορκίζεται ή βεβαιώνει το περιεχόμενο της υποβληθείσας έγκλησης, συμμερίζονται και οι υπ'άριθμ. 19/2010 ΑΠ , 1716/2005 ΑΠ σύμφωνα με τις οποίες ο ψευδομάρτυρας καταδικάζεται για Ψευδορκία μάρτυρα και Ψευδής καταμήνυση.

Εφόσον λοιπόν η νομολογία αποδέχεται την δεύτερη άποψη, εστω και αν υπάρχουν αμφιβολίες για το ορθό της κρίσης , και εν τέλει καταδικάζει τον ψευδομάρτυρα για Ψευδορκία μάρτυρα και Ψευδής καταμήνυση , εμείς ως προανακριτικοί υπάλληλοι δεν έχουμε πολλά περιθόρια αμφισβήτησης των ανωτέρω αποφάσεων του ανωτάτου ακυρωτικού με αποτέλεσμα να αρκούμαστε να ενεργούμε σύμφωνα με την πάγια τακτική που προβλέπεται βάσει της νομολογίας.

[b]Οπότε ορκίζουμε τον μηνυτή κατα την ΠΡΩΤΗ εξέταση του ενώπιον μας ακόμα και αν αργότερα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής.
[/b]
2 ]Νομότυπη ειναι η παράσταση πολιτικής αγωγής οταν καταβληθεί το τέλος (50€) , ο πολ.εναγ. πρέπει να είναι ΑΜΕΣΑ παθων και όχι ΕΜΜΕΣΑ (π.χ στο έγκλημα της υπεξαίρεσης από Α.Ε, μόνον η ίδια η Α.Ε και όχι οι μέτοχοι κλπ., ενώ υπάρχουν αδικήματα στα οποία δε νοείται καν παράσταση πολιτικής αγωγής, διότι στρέφονται κατά του συνόλου π.χ περιβαλλοντικά εγκλήματα ρύπανσης.)Απαράδεκτη η παράσταση της πολιτικής αγωγής να ζητηθεί με τη φράση «θέλω να παραστώ» ή «θα παραστώ» (898/2000 ΑΠ.) Πρέπει διευκρινίζεται στη δήλωση ότι πρόκειται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή για αποζημίωση ενω η παράσταση πρεπει να δηλώνεται ρητά στο παρών και όχι στο μέλλον. Επίσης η δήλωση είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασης ...'', σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. κατά την πρώτη των οποίων ''όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει'' και κατά τη δεύτερη, ''σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης'(βλ.116/2010ΑΠ).Μεταξύ των προϋποθέσεων της νομότυπης απόκτησης της ιδιότητας του πολιτικώς ενάγοντος είναι και ο διορισμός (υπό του δηλούντος) αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί (άρθρο 84 εδ. α Κ.Π.Δ.) -(βλ. και ΑΠ 533/2001, ΑΠ 1007/2001, ΑΠ 1538/2003, ΑΠ 2016/2003 ) Ενω ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, που έχει διοριστεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος.. Τελος κρίνεται απαραίτητη η παρουσία δικηγόρου στην παράσταση πολιτικής αγωγής βάση του 39 § 3 κώδικα δικηγόρων (βλ159/2009 ΑΠ Συμβουλίο) .

Εκτος απο τον αμεσα και τον έμμεσα παθων ειναι και καποια αδικήματα για τα οποια δεν χωράει παράσταση πολ.αγωγης οπως στα εγκλήματα κατά του Κράτους που περιγράφονται στα άρθρα 134-197 Π.Κ., προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η κρατική εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις της. Γι' αυτό οι σχετικές διατάξεις προστατεύουν αποκλειστικά το γενικό συμφέρον, έτσι ώστε η τυχόν προσβολή και ιδιωτικών συμφερόντων να εμφανίζεται ως έμμεση συνέπεια των πράξεων αυτών, η οποία δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης.
Επίσης Παράβαση άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945. Δεν νομιμοποιείται να παραστεί πολιτική αγωγή ο εργαζόμενος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δεν υπάρχει αδικοπραξία.
Απαράδεκτη παράσταση πολιτικής αγωγής εταιρίας παροχής υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων σε περίπτωση υπεξαίρεσης χρημάτων 375ΠΚ απο υπάλληλο της ο οποίος υπεξαίρεσε τα χρήματα τραπεζας που του εμπιστεύτηκαν να μεταφερει. Αμεσος παθών είναι ΜΟΝΟ η τράπεζα ενώ η εταιρία είναι ΕΜΜΕΣΑ παθουσα καθώς προσβαλεται μόνο η φήμη της. (252/2006ΑΠ)
Απαράδεκτη παράσταση πολιτικής αγωγής σε αδικήματα του ΓΟΚ.
Στην περίπτωση της πλαστογραφίας με χρήση, πλην του φερομένου ως εκδότου, αμέσως ζημιωθείς είναι και αυτός σε βάρος
του οποίου χρησιμοποιήθηκε το πλαστό. (ΑΠ 462/1987 )

Με δεδομένη την μη ύπαρξη νομοθετικά προσδιορισμένου – ασφαλούς - κριτηρίου διάκρισης των συναφών περιπτώσεων το όλο
ζήτημα αντιμετωπίζεται περιπτωσιολογικά.

ΝΟΜΟΤΥΠΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ :

[b]...Επίσης δηλώνω ότι παρίσταμαι ως πολιτικός ενάγων για χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστην λόγω του παραπάνω αδικήματος. Ως αντικλήτους διοριζω τους δικηγόρους...

...ΔΗΛΩΝΩ παράσταση πολιτικής αγωγής για την χρηματική μου ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης H ψυχικής οδύνης που υπέστην από τις παράνομες πράξεις των μηνυομένων, ύψους 44 ευρώ από το καθένα των μηνυομένων . Ως αντικλήτους διοριζω τους δικηγόρους... [/b]

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, 64 και 82 επ. του ΚΠΔ προκύπτει ότι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γίνεται από τον προς τούτο νομιμοποιούμενο αυτοπροσώπως ή από τον πληρεξούσιο του (προσαρτώμενου και του εγγράφου της πληρεξουσιότητας), είτε με την έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, μέχρι να περατωθεί η ανάκριση, προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα ή προς εκείνον που ενεργεί την ανάκριση. (βλ. ΑΠ 1454/2000 ΕλλΔνη 42. 535).

Τέλος καλό είναι να διατυπώνεται ρητα αν η παράσταση είναι με επιφύλαξη ή άνευ επιφυλάξεως.

Αρχικά το ύψος του ποσού ΔΕΝ μας αφορά όμως στο ακροατήριο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 44 ευρώ καθώς αλλάζει η διαδικασία...

[edit time=1415386600]srek[/edit]

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 4 έτη 4 μήνες
Member
Εγγραφή από: 10/01/2015 - 16:38
Δημοσιεύσεις: 2
Βαθμοί: 4
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

ΕΧΩ ΜΙΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ (ΠΡΟΚΑΤΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ) Κ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Μ ΖΗΤΑΕΙ ΝΑ ΛΑΒΩ ΑΝΩΜΟΤΙ ΜΗΝΥΟΜΕΝΩΝ. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΑΦΟΡΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ! Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΥΤΗ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΕΙ ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΕΧΕΙ ΤΙΤΛΟ ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ) ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΖΗΤΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΗΝΥΟΜΕΝΟΥΣ ΝΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΜΕ ΤΟΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΒΑΛΩ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΘΕΤΙΚΑ Η ΑΡΝΗΤΙΚΑ. ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΩ ΟΤΙ Η ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΔΕΝ ΖΗΤΑΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΝΥΤΗ. ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΑΣ ΡΩΤΗΣΩ ΑΝ ΞΕΡΕΤΕ ΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΙΣΧΥΕΙ Η ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΛΑΒΩ ΥΠΟΨΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΩ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 1 εβδομάδα
EKAM
Εγγραφή από: 13/09/2011 - 14:15
Δημοσιεύσεις: 36
Βαθμοί: 997
O συνήγορος του μηνυτή μπορει

O συνήγορος του μηνυτή μπορει να υποβαλλει οποιο αιτημα θεωρει σκόπιμο για την ανακάλυψη της αλήθειας και των δραστών της καταγγελόμενης πράξης.

Εφοσον ο εισαγγελεας εχει διατάξει συγκεκριμένες ενεργειες στην παραγγελια του, θεωρω οτι θα πρεπει να ενημερωθεί ειτε τηλεφωνικως για το περιεχόμενο της, ωστε να κρινει ο ιδιος αν τα αιτουμενα στοιχεια ειναι δεκτικά εκτιμήσεως, ειτε να επισυναφθεί η αιτηση στην δικογραφια με μνεία στο υποβλητικό εγγραφο, ωστε να κριθεί η τύχη απο τον εισαγγελεα οταν επιστραφεί σε αυτον η δικογραφια.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 6 μήνες 3 εβδομάδες
Veteran
Εγγραφή από: 14/05/2011 - 22:56
Δημοσιεύσεις: 13
Βαθμοί: 550
Bλέπε και σχετική άκρως

Bλέπε και σχετική άκρως εμδιαφέρουσα γνωμοδότηση 
 
 
13/1998 ΓΝΜΔ ΕΙΣΠΡΘΕΣΣΑΛ
 
 
 
Προανάκριση. Ο συνήγορος υπεράσπισης που παρίσταται κατά την απολογία
του κατηγορουμένου στα πλαίσια διεξαγωγής προανάκρισης δεν δικαιούται
να υποβάλλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο. Μάρτυρες κατηγορίας ή
υπεράσπισης. Ο αριθμός τους καθορίζεται από τον Πταισματοδίκη και σε
περίπτωση διαφωνίας με τους διαδίκους από τον εισαγγελέα πλημ/κών.
 
 
 
 
ΓνμδΕισΠρωτΘεσ 13/1998 
 
Εισαγγελέας:   Π. Ραπτόπουλος
 
Εκτελώντας την μ` αριθμό 5105/ 23.11.1998 παραγγελία του Διευθύνοντος την 
Εισαγγελία Πρωτοδικών θεσσαλονίκης Εισαγγελέα Πρωτοδικών κ. Χ.Β., καθό μέρος 
αυτή αναφέρεται στην εξέταση κατηγορουμένων και μαρτύρων κατά την διενέργεια 
της προανάκρισης, και προς ευχερέστερη διεκπεραίωση του προανακριτικού σας 
έργου, σας εκθέτω τ` ακόλουθα:
 
Ι: Σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 και 4 του Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει το 
δικαίωμα στην απολογία του και σε κάθε εξέταση του, ακόμη και σ` αυτήν που 
γίνεται σε αντιπαράσταση με μάρτυρες ή άλλους κατηγορουμένους, να παρίσταται 
με συνήγορο. Γι` αυτό το σκοπό προσκαλείται είκοσι τέσσερις ώρες πριν από 
κάθε ανακριτική ενέργεια, σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η 
επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορο του. Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 
104 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 100 παρ. 1, 2 
και 4, 101, 102 και 103 τα έχει ο κατηγορούμενος και στην προανάκριση. Τέλος, 
σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., "Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση 
καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται. 
Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μη διακόπτεται, εκτός αν 
επιμένει να απομακρύνεται από το θέμα, και να μην εμποδίζεται στην αφήγηση 
περιστατικών που αποκρούουν την κατηγορία. Αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν 
να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει την 
συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι 
υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροι τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν 
ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη 
συζήτηση". Παρ. 3 "Ο κατηγορούμενος μπορεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας 
να συνεννοείται με το συνήγορο του, όχι όμως προκειμένου να δώσει απάντηση σε 
ερώτηση. Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, 
αυτό αναφέρεται στα πρακτικά".
 
Η απολογία του κατηγορουμένου έχει διφυή χαρακτήρα, είναι μέσο υπεράσπισης 
αλλά και μέσον ανάκρισης, ως τέτοιο δε ασκείται μόνον ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ, 
καταξιώνοντας τον κατηγορούμενο ως υποκείμενο της έννομης σχέσης της ποινικής 
δίκης. Η απολογία είναι πάντα προσωπική (βλ. Χρήστου ΜΠΑΚΑ, Το δικαίωμα 
ακρόασης του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, ΠΧ ΛΖ` σελ. 353 επ., 481 επ., 
ως και την μ` αριθμό 4/1997 γνωμοδότηση μας προς εσάς). Ακόμη και στην 
περίπτωση που ο κατηγορούμενος νόμιμα εκπροσωπείται από συνήγορο και 
δικάζεται ως να ήταν παρών (π.χ. άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ως το πρώτο 
εδάφιο της παρ. 2 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2408/1996, 501 παρ. 3 
του Κ.Π.Δ.), ο νομίμως εκπροσωπών αυτόν δεν δύναται ν` απολογηθεί γι` αυτόν 
(κατηγορούμενο) ούτε ν` απαντάει στις τυχόν ερωτήσεις αντ` αυτού 
(κατηγορουμένου) (6λ. ΑΠ 1023/1989 ΠΧ Μ` σελ. 311, ΑΠ 746/1982 ΠΧ ΛΓ σελ. 
155).
 
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΚΠ.Δ. και δη εκείνης του άρθρου 366, η 
οποία ισχύει και στην προδικασία, προκύπτει σαφώς ότι ο παριστάμενος κατά την 
απολογία του κατηγορουμένου πελάτη του δικηγόρος ΔΕΝ δύναται να αναμιχθεί 
στην απολογία του κατηγορουμένου πελάτη του, πολλώ δε μάλλον, ΔΕΝ δύναται να 
υποβάλλει ερωτήσεις προς τον τελευταίο. Η παρουσία του δικηγόρου κατά την 
λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου πελάτη του, εξαντλείται στην διασφάλιση 
των συμφερόντων του τελευταίου σε υποθετική καταστρατήγηση τούτων εκ μέρους 
του ανακρίνοντος (εν προκειμένω Πταισματοδίκη προανακριτή). Προς τούτο, 
δύναται να υποβάλλει παρατηρήσεις ΜΕΤΑ το πέρας της εξέτασης του 
κατηγορουμένου όταν π.χ. ο προανακριτής Πταισματοδίκης διατυπώνει-υπαγορεύει 
απάντηση του κατηγορουμένου σε προγενέστερη ερώτηση του, κατά τρόπον που 
αλλοιώνει ουσιωδώς το νόημα αυτής (ΑΠ25Ί/[966, Χρήστου ΔΕΔΕ, Ποινική 
Δικονομία, ΣΤ` έκδοση 1983, 110).
 
Επομένως, ο παριστάμενος κατά την απολογία του κατηγορουμένου πελάτη του 
δικηγόρος δεν υποβάλλει ερωτήσεις προς αυτόν. Ενδεχόμενη εναντίωσή του προς 
την σχετική παρατήρηση του προανακριτή Πταισματοδίκη είναι αυτοδήλως νομικά 
ανεπέρειστη.
 
II. Σύμφωνα με το άρθρο 108 του Κ.Π.Δ., "Ο πολιτικώς ενάγων έχει επίσης τα 
δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 101, 104, 105 και 106- τα δικαιώματα 
αυτά μπορεί να τα ασκήσει από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε 
απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής".
 
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 2 εδάψιο α` του Κ.Π.Δ., εκείνος που 
διενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου (εν προκειμένω ο Πταισματοδίκης) 
καλεί τον κατηγορούμενο να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισης του, ενώ, κατ` 
άρθρον 274 Κ.Π.Δ., "Ο κατηγορούμενος πρέπει να καλείται να εκθέτει πλήρως 
τους λόγους που συμβάλλουν στην υπεράσπιση του. Όποιος ενεργεί την εξέταση 
πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο 
κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια".
 
Στην πράξη, ως ευθέως υπαινίσσεται ο παραγγείλας την παρούσα γνωμοδότηση 
Διευθύνων την Εισαγγελεία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Εισαγγελέας Πρωτοδικών 
Χ.Β., παρουσιάζονται περιπτώσεις κατηγορουμένων ή εγκαλούντων-πολιτικώς 
εναγόντων, που κατά την εξέταση τους προτείνουν μάρτυρες, προς απόδειξη των 
ισχυρισμών τους, ο αριθμός των οποίων είναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ μεγάλος και, επί 
πλέον, προσδιορίζουν τον αριθμό και το είδος των ερωτήσεων που, κατά την 
άποψη τους, οφείλει ο προανακριτής Πταισματοδίκης να θέσει στους 
εξετασθησομένους μάρτυρες. Πολλάκις δε, απαιτούν την κατ` αντιπαράσταση 
εξέταση τους με τους προτεινόμενους μάρτυρες υπαγορεύοντας, ουσιαστικά, και 
τις υποβληθησόμενες ερωτήσεις ΠΡΟΣ τους τελευταίους. Πρόκειται για πρόσωπα 
δικομανή που φθάνουν στο σημείο να υποβάλλουν εγκλήσεις ως και κατά του 
εαυτού τους, κυριευμένα από ένα αίσθημα ανεξέλεγκτης, απ` τις αναστολές της 
λογικής, στηλιτευτικής φρενίτιδας αποτέλεσμα δε της μεστής αλλαζονικής 
ακρότητας συμπεριφοράς τους είναι να ταλαιπωρούνται δεκάδες και εκατοντάδες, 
κατά κανόνα, ανυποψίαστων πολιτών. Μερικές φορές οι εγκαλούμενοι είναι 
πρόσωπα ηυξημένου κοινωνικού κύρους π.χ. Εισαγγελικοί και Δικαστικοί 
Λειτουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, Πρυτάνεις, Κοσμήτορες κ.λπ., οι δε 
προτεινόμενοι, κατά δεκάδες, μάρτυρες τυγχάνει, σε μερικές περιπτώσεις, να 
είναι και αυτοί πρόσωπα ευρύτερης φήμης και καταξίωσης π.χ. Υπουργοί, 
Βουλευτές κ.λπ. 
 
Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τέτοιων ανθρώπων (κατηγορουμένων ή πολιτικώς 
εναγόντων) οι οποίοι συνέστησαν, ανέμελα ΚΑΙ αδίστακτα, εκ του παραχρήμα, 
οιονεί βιομηχανία παραγωγής εγκλήσεων και μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει να 
αντιμετωπίζεται απ` τους προανακριτές Πταισματοδίκες, σύμφωνα με το νόημα των 
προμνημονευθεισών, σ` αυτήν την παράγραφο της παρούσας μας, διατάξεων του 
Κ.Π.Δ.
 
Ειδικότερα:
 
Το ότι ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων πρότεινε, κατά την διενέργεια 
της προανάκρισης (ή και κατά την υποβολήν της έγκλησης), μάρτυρες, δεν 
σημαίνει πως ο προανακριτής Πταισματοδίκης, εξ αυτού και ΜΟΝΟΝ του λόγου, 
έχει δικονομικήν υποχρέωση να τους εξετάσει και, μάλιστα, κατ` αντιπαράσταση 
υποβάλλοντας τους και τις εκ των προτέρων ορισθείσες ερωτήσεις. Μια τέτοια 
τακτική, υποβαθμίζει τον Πταισματοδίκη προανακριτή σε υπόχρεο τέλεσης 
μηχανικών, αυτοματοποιημένων κινήσεων, υποχρεωμένο να υπείκει στις όποιες 
παραδοξολογίες του άλφα κατηγορουμένου ή βήτα πολιτικώς ενάγοντος που 
τυγχάνει να κέκτηται προδήλως αποδιοργανωμένη σκέψη. Η διενέργεια 
οποιασδήποτε προανακριτικής πράξης, ως και της εξέτασης προτεινομένων 
μαρτύρων και του τρόπου εξέτασης αυτών, ΕΝΑΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ του 
Πταισματοδίκη προανακριτή ο οποίος, ενεργώντας στο πλαίσιο των λειτουργικών 
του καθηκόντων, σταθμίζοντας τις παραμέτρους εκάστης συγκεκριμένης υπόθεσης, 
την όποια διαφαινόμενη σπουδαιότητα αυτής ή την ΠΡΟΔΗΛΗ αβασιμότητά της, θ` 
αποφασίσει επί του σχετικού αιτήματος διαμορφώνοντας και εκφράζοντας, επί του 
πρακτέου, την γνώμη του που, οίκοθεν νοείται, θα είναι γνώμη Δικαστικού 
Λειτουργού (βλ. ΑΠ 759/1996 ΠΧ ΜΖ` σελ. 372). Αν, παρ` όλα αυτά, ο προτείνας 
τους μάρτυρες πολιτικώς ενάγων ή κατηγορούμενος εμμένει στην άποψη του, παρά 
την μη υιοθέτηση της εκ μέρους του προανακριτή Πταισματοδίκη, τότε ο 
τελευταίος θα ζητάει την γνώμη του παραγγείλαντος την διενέργεια της 
προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης Εισαγγελέα ο οποίος και θα κρίνει 
κυριαρχικά αν ο Πταισματοδίκης πρέπει ή όχι να ενδώσει στο υποβληθέν αίτημα 
(βλ. Πλημ/κείο Αθηνών 1112/1997 ΠΧ ΜΖ` σελ. 579 επ.). Αν, στην τελευταία 
αυτήν περίπτωση, ο Εισαγγελέας, παρά την πρόδηλη αβασιμότητα (νομική ή 
πραγματική) ή την προφανή διάθεση στρεψοδικίας του υποβαλόντος το απορριφθέν 
απ` τον Πταισματοδίκη αίτημα πολιτικώς ενάγοντος ή "κατηγορουμένου, 
παραγγείλει την συμμόρφωση του Πταισματοδίκη προς την αιτουμένην απ` τον ως 
άνω διάδικο (κατηγορούμενο ή πολιτικώς ενάγοντα) ενέργεια, τότε ο 
Πταισματοδίκης θα εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία, την οποία όμως θα 
ζητήσει να λάβει γραπτώς οπωσδήποτε. Και τούτο, αφενός μεν, για την 
διασφάλιση της αξιοπρέπειας του, αφού κατ` ουσίαν θα διακωμωδείται και ο 
ίδιος και η προανάκριση, εάν η τελευταία διενεργείται καθόν τρόπο απαιτεί ο 
εκάστοτε ΠΡΟΔΗΛΩΣ δικομανής, αφετέρου δε, για να δύναται να υπερασπίσει τον 
εαυτόν του από ενδεχόμενη έρευνα που θα διενεργηθεί στο μέλλον εις βάρος του, 
για το άτοπον της διενεργεθείσας απ` τον ίδιο προανακριτικής πράξης, 
αντιτάσσοντας ευχερώς τον εντεταλμένο απ` τον Εισαγγελέα χαρακτήρα αυτής.
 

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 εβδομάδες 2 ημέρες
Member
Εγγραφή από: 23/02/2013 - 19:10
Δημοσιεύσεις: 0
Βαθμοί: 2
ΕΠΙΔΟΣΗ ΚΛΗΣΕΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΕ ΑΝΩΜΟΤΙ (ΥΠΟΠΤΟΥ)

ΕΧΩ ΤΡΕΙΣ (03) ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ (ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ) Κ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ  ΖΗΤΑ ΝΑ ΛΑΒΩ (ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΛΛΑ) ΑΝΩΜΟΤΙ ΜΗΝΥΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ(03).
ΩΣΤΟΣΟ Ο ΕΝΑΣ ΕΚ ΤΩΝ ΜΗΝΥΟΜΕΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΙΜΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΙ
Ο ΑΛΛΟΣ  ΛΕΙΠΕΙ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ (ΕΙΝΑΙ ΥΠΗΚΟΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΠΑΕΙ ) ΚΑΙ ΘΑ ΛΕΙΠΕΙ ΓΙΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΡΚΕΤΩΝ ΜΗΝΩΝ... ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ  Ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΣΤΗ  ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΣΕ ΓΝΩΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΜΟΥ
Ο ΤΡΙΤΟΣ  ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΓΝΩΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΜΟΥ 
ΜΕ ΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΘΑ ΕΠΙΔΟΘΕΙ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ Δ-6Δ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ? ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΧΩ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΤΗ ΛΗΨΗ Δ-6Α - ΕΠΙΔΟΣΗ ΚΛΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ Α.Τ. ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ? ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΤΗ ΛΗΨΗ Δ-6Α  - ΕΠΙΔΟΣΗ ΚΛΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠ.ΕΞ.?

Σε σύνδεση τώρα

Είναι εδώ αυτή τη στιγμή 1 χρήστης.