SOS Βεβαιώνουμε το γνήσιο της υπογραφής;;

18 posts / 0 new
Τελευταία δημοσίευση
Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
SOS Βεβαιώνουμε το γνήσιο της υπογραφής;;

Καλησπέρα και καλό μήνα σε όλους τους συναδέλφους και τις οικογένειές τους. Σήμερα και για πολλοστή φορά ενώ ήμουν αξ/υπ σε Α.Τ προσήλθε πολίτης για θεώρηση του γνησίου της υπογραφής σε έγγραφα (δηλώσεις του ν. 1599) που ήταν προεκτυπωμένα με τα στοιχεία του και ακολούθως με κείμενα που αφορούσαν χορήγηση πινακίδων και αδείας κυκλοφορίας οχήματος του οποίου δεν αναγράφονταν ούτε η μάρκα ούτε ο αριθμός πλαισίου ούτε κανένα άλλο στοιχείου και κλασικά εξουσιοδοτούσε κάποιον διεκπεραιωτή να ενεργήσει τη διαδικασία αντ'αυτού. Εγώ αρνήθηκα να το θεωρήσω και ακολούθησε απρεπής συμπεριφορά από μέρους του η οποία τακτοποιήθηκε δεόντος. Το ίδιο συμβαίνει συχνά με έγγραφα που φέρνουν για θεώρηση από ασφαλιστικές που δεν αναγράφουν τα ποσά αποζημίωσης και τα ονόματα των διεκπαιρεωτών με πρόφαση ότι δεν ξέρουν ακόμη τα στοιχεία αυτά.... Υπάρχει το 13 γ του ΠΚ όπως και έγγρα φο του υπουργείου εσωτερικών που λέει τα εξής: Δεν είναι επιτρεπτή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής σε λευκό χαρτί, ούτε και σε  έντυπα (π.χ.  εξουσιοδότηση),  στα  οποία  έχουν  συμπληρωθεί  μόνο  οι  ενδείξεις των στοιχείων ταυτότητας του ενδιαφερομένου, καθώς αυτά δεν αποτελούν έγγραφα, κατά  τα  ανωτέρω,  γιατί  η βεβαίωση  του  γνησίου  της  υπογραφής  γίνεται  μόνο  επί εγγράφων, δηλαδή κειμένων, στα οποία περιλαμβάνεται η δήλωση της βούλησης του ενδιαφερομένου  ή  άλλο  στοιχείο προορισμένο  ή  πρόσφορο  να  αποδείξει  γεγονός που έχει έννομη σημασία. (αριθ. 1044680/504/0006Δ/18.5.2006  έγγραφό  μας  και  το  επισυναπτόμενο  σε  αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_3726/2.5.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α
Ερώτηση. Ξέρετε να ισχύει κάτι διαφορετικό; Πράττω λανθασμένα;

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 5 ημέρες
Hero
Εγγραφή από: 29/06/2016 - 18:15
Δημοσιεύσεις: 3
Βαθμοί: 309
Καλησπέρα και χρόνια πολλά

Καλησπέρα και χρόνια πολλά
Ο σκοπός της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής είναι να υπάρχει απόδειξη ότι ο φερόμενος ως υπογράφων είναι όντως αυτός που υπέγραψε ωστε να μην υπάρξει περίπτωση να επικαλεστεί ότι δεν υπέγραψε.
Τόσο σύμφωνα με το πνεύμα όσο και με την γραμματική διατύπωση του σχετικού νόμου έχουμε δύο περιπτώσεις :
α) την περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος υπογράφει ενώπιον του υπαλλήλου της υπηρεσίας που χειρίζεται την υπόθεση. Σε αυτήν την περίπτωση δεν απαιτείται η κλασσική μορφή της θεώρησης γνησίου υπογραφής αλλά αναγράφεται δίπλα στην υπογραφή του η ένδειξη ''υπεγράφη ενώπιόν μου'' και τίθεται η μονογραφή του υπαλλήλου χωρίς στρογγυλή σφραγίδα και χωρίς χαρτόσημο (το έχω κάνει εκατοντάδες φορές και εξακολουθώ να το κάνω καθημερινά στην υπηρεσία μου)
 
β) την περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος ΔΕΝ υπογράφει ενώπιον του υπαλλήλου της υπηρεσίας που χειρίζεται την υπόθεση. Αυτή η περίπτωση διακρίνεται στις ακόλουθες υποπεριπτώσεις :
β1 - το έγγραφο υποβάλλεται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο και φέρει ήδη υπογραφή η οποία όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον του υπαλλήλου. Σε αυτήν την περίπτωση ο υπάλληλος ζητά από τον ενδιαφερόμενο να υπογράψει ξανά αλλά ενώπιόν του και προβαίνει στην μονογραφή σύμφωνα με την περίπτωση Α
β2 - το έγγραφο υποβάλλεται από άλλο πρόσωπο. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται να υπάρχει η θεώρηση της γνησιότητας της υπογραφής από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή ΚΕΠ ή από δικηγόρο που έχει εντολή να χειρίζεται την συγκεκριμένη υπόθεση
 
Ο νόμος ΔΕΝ προβλέπει να εξετάζει ο υπάλληλος αν υπάρχει κάτι μεμπτό στο κείμενο. Αυτό έχει προκύψει ξεκάθαρα και απο γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ
 
Η ΕΛΑΣ ομως με εγκύκλιο διαταγή της έχει διατάξει να μελετάται το περιεχόμενο ωστε αν προκύπτει αρμοδιότητα επέμβασης να επέμβει
 
Κατα την άποψή μου δεν νομιμοποιείσαι να αρνηθείς και υποχρεούσαι να υπογράψεις εφόσον από το κείμενο του εγγράφου προκύπτει ότι :
- εκφράζεται σαφέστατα δήλωση βουλήσεως ή  άλλο στοιχείο προορισμένο ή  πρόσφορο να  αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία.
- τα ανωτέρω δεν θεμελιώνουν αρμοδιότητα επεμβάσεως
- τα ανωτέρω δεν εμπίπτουν σε κάποιο νομικό κώλυμα (πχ για την συγκεκριμένη υπόθεση ο νόμος προβλέπει υποχρεωτικά σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου ή δήλωση ενώπιον του γραμματέα του ή θεώρηση υποχρεωτικά από συγκεκριμένη υπηρεσία)
 
Στα παραδείγματα που ανέφερες :
- στην περίπτωση του οχήματος δεν εκφράζεται σαφέστατα η δήλωση βουλήσεως καθώς δεν διευκρινίζεται αν η εξουσιοδότηση αφορά συγκεκριμένο όχημα ή αν πρόκειται για εξουσιοδότηση μόνιμης φύσεως για όλα τα οχήματα που αγόρασε/πούλησε ή θα αγοράσει/πουλήσει
 
-στην περίπτωση της ασφαλιστικής το ποσό δεν είναι απαραίτητο να διατυπωθεί ακριβώς αρκεί να διευκρινίζεται σε ποιο ακριβώς ποσοστό του δικαιούμενου ποσού αφορά η εξουσιοδότηση.
π.χ. προσωπικά θα υπέγραφα αν έγραφε ''εξουσιοδοτώ τον τάδε να παραλάβει αντί εμου ολόκληρο το ποσό που δικαιούμαι από την ασφαλιστική Χ ως αποζημίωση για την υπόθεση Ψ
 
http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=233&Itemid=233&lang=
 
https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/voithitika-kemena/vevaiosi-toy-gnisioy-tis-ypografis-osa-hreiazetai-na-gnorizete
 
http://policenet.gr/forum/24942
 
http://policenet.gr/forum/25543
 
 

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
Σπύρο καλησπέρα και ευχαριστώ

Σπύρο καλησπέρα και ευχαριστώ για την άμεση απάντησή σου. Όσον αφορά οχήματα τα οποία δεν αναγράφεται κανένα στοιχείο τους και δη έστω ο αριθμός πλαισίου, που όλοι ξέρουμε ότι είναι γνωστός στον έμπορο από τη στιγμή που θα παραγγείλει ένα όχημα, εννοείται ότι δεν θα θεωρήσω το γνήσιο γιατί ΔΕΝ υπάρχει κείμενο βούλησης. Στην περίπτωση των εγγράφων των ασφαλιστικών, τις περισσότερες φορές τα χαρτιά που φέρνουν λένε ο κενό(γιατί δεν ξέρει ο μάγκας ασφαλιστής ποιον διεκπεραιωτή θα στείλει εκείνη τη μέρα) να παραλάβει το ποσό κενό(γιατί ο μάγκας ασφαλιστής βαριέται να κάνει γνωστό στον πελάτη του το ποσό της επιταγής που εγκρίθηκε για αποζημίωση) από οπουδήποτε. ΔΕΝ αναφέρει ως συνήθως ποσόστωση του ποσού που θα παραληφθεί, επομένως τους βάζω να πάρουν τον ασφαλιστή τους και με ένα μαγικό τρόπο όλα συμπληρώνονται... Αλλά στην περίπτωση αγοράς αυτοκινήτων οι δηλώσεις είναι προεκτυπωμένες έτοιμες και κενές και σου λένε επίσης κλασικά κάθε φορά ότι σε άλλο τμήμα παλιά μας το έκαναν και εκεί κάπου αρχίζει η μάχη, γιατί νομίζουν ότι θα τους περάσει όπως πέρασε του Μπαξεβάνη...

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Λοιπόν, υφίσταται ένας

Λοιπόν, υφίσταται ένας "μπούσουλας" λεπτομερέστατος, 187 σελίδων, που κάθε λίγο και λιγάκι ανανεώνει-ενημερώνει το Αρχηγείο μας ο οποίος ονομάζεται "Διοικητικές Διαδικασίες". Πολλοί τον περνάνε στα αχρείαστα γιατί θεωρούν οτι απευθύνεται στους Διοικητές των Υπηρεσιών. Όμως αποτελεί ένα δυνατό βοήθημα για όλους και κατά την άποψή μου οι αξιωματικοί Υπηρεσίας και γενικά οι ανακριτικοί υπάλληλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν πάρα πολύ καλά. Το να γνωρίζουμε καλά τις διοικητικές διαδικασίες που εμπίπτουν στα καθήκοντά μας είναι αντίστοιχης σημασίας με την καλή γνώση του Ποινικού Κώδικα, της Ποινικής Δικονομίας κλπ. Οπότε συνιστώ και στον φίλο που κάνει την ερώτηση εδώ αλλά και σε όλους τους συναδέλφους (ειδικά σε όσους κάνουν αξ υπ) να το ζητήσουν απο τη γραμματεία τους και να το έχουν πάντα στο γραφείο και να το διαβάζουν. Λύνει ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ απορίες που ενδεχομένως δύσκολα θα λυθούν αξιόπιστα σε ένα φόρουμ (λόγω της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου αυτού). 

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 5 ημέρες
Hero
Εγγραφή από: 29/06/2016 - 18:15
Δημοσιεύσεις: 3
Βαθμοί: 309
Για διευκόλυνση

Για διευκόλυνση
http://www.sefeaa.gr/phocadownload/doihk-dadikasies-2.pdf
δεν ξερω βεβαια ποσο ενημερωμενο ειναι
 
σημειωση : το εγχειριδιο ειναι επικινδυνο κατα την προσωπικη μου γνωμη, διοτι ερμηνευει διαφορα θεματα για τα οποια η αστυνομια ειναι αναρμοδια να ερμηνευει και μαλιστα το κανει με τροπο που ερχεται σε αντιθεση με δεδικασμενα, με εγκυκλιους του αρμοδιου υπουργειου εσωτερικων, με γνωμοδοτησεις ΝΣΚ που εχουν γινει αποδεκτες κλπ 

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
Πολύ καλή

Πολύ καλή η σύστασή σου απλά για να καταλαβαινόμαστε όταν κάποιος φέρνει μία δήλωση για την επικύρωση του γνησίου υπογραφής και από πάνω έχει βασικά κενά το κείμενο, δεν μου απαντάς, εσύ θα το επικυρώσεις; Γίνεται να συμπληρωθεί από αυτόν εκ των υστέρων; Να σου απαντήσω εγώ. Όχι. Γιατί θα έχει επικυρωθεί ένα κείμενο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ από το τελικό κείμενο με το οποίο θα κυκλοφορεί το έγγραφο. Τι δεν καταλαβαίνεις και μου λες για τις διοικητικές διαδικασίες που δεν ορίζουν τίποτε για αυτή την περίπτωση που ο εξουσιοδοτών κινείται στα όρια της πλαστογραφίας με χρήση; Οι συστάσεις είναι θεμιτές μόνο όταν είναι εύστοχες και σωστές και όχι όταν εκφράζουν γνώμη. Το αντικείμενο της θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής, για όσους έχουν διαβάσει τις διοικητικές διαδικασίες που ευαγγελίζεσαι, δεν έχει καμία ιδιαιτερότητα. Ευχαριστώ πάντως για την απάντησή σου.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Εγχειρίδιο «Διοικητικές

Εγχειρίδιο «Διοικητικές Διαδικασίες, έκδοση 4.0 σελίδα 47:
"Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής «εν λευκώ», δηλαδή σε λευκό χαρτί ή σε έντυπα υπευθύνων δηλώσεων, βεβαιώσεων, επί των οποίων δεν έχει συμπληρωθεί το περιεχόμενο της δήλωσης ή βεβαίωσης του ενδιαφερόμενου, δεν επιτρέπεται, ως μη σύννομη, αφού σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής πραγματοποιείται επί εγγράφων (άρθρο 24 παρ.1 π.δ.75/1987). Έγγραφο, βεβαίως, δεν θεωρείται το λευκό χαρτί, ούτε και το έντυπο δήλωσης, βεβαίωσης, στο οποίο έχουν συμπληρωθεί μόνο οι ενδείξεις των στοιχείων ταυτότητας του ενδιαφερομένου, χωρίς να περιλαμβάνεται και η δήλωση της βούλησης αυτού ή άλλο στοιχείο προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία."
Και πολλά πολλά άλλα χρήσιμα που περιλαμβάνονται στις 17 ολόκληρες σελίδες που έχουν αφιερώσει στο θέμα του γνησίου υπογραφής με αναφορές στη σχετική νομολογία και νομοθεσία καθώς και παραδείγματα - συχνές ερωτήσεις.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Όσον αφορά στην απάντησή μου,

Όσον αφορά στην απάντησή μου, έγραψα ο,τι έγραψα , συμπληρωματικά ως προς αυτά που σου απάντησε ο Σπύρος και δεδομένου οτι αυτά που γράφονται σε ένα δημόσιο φόρουμ δε θα τα διαβάσεις μόνο εσύ που ρωτάς αλλά και άλλοι συνάδελφοι που ίσως βοηθηθούν απο κάθε ειδική ή γενική πληροφορία σχετικά με το θέμα. Υπο αυτό το πρίσμα λοιπόν και δεδομένου οτι προφανώς η ερώτηση γίνεται απο αστυνομικό, σου απάντησα (απευθυνόμενος σε όσους θα διαβάσουν το συγκεκριμένο θέμα) θέτοντας υπόψη σου ένα εργαλείο το οποίο κατά την άποψή μου είναι χρησιμότατο και αδικημένο - παρεξηγημένο απο τους συναδέλφους.
Η προτροπή μου λοιπόν (και όχι άποψη ή υπόδειξη κλπ) δεν αποτελεί γνώμη αλλά προτροπή και δεν ευαγγελίζομαι (???) τίποτα. Αν αυτά που γράφει το συγκεκριμένο εγχειρίδιο τα θεωρείς άσχετα με αυτό που ρωτάς, τότε εκατομύρια συγνώμες, μάλλον δεν κατάλαβα τι ρώτησες.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
Πάλι δεν μου απάντησες. Δεν

Πάλι δεν μου απάντησες. Δεν είμαστε πολιτικοί, Αστυνομικοί είμαστε. Τις διοικητικές διαδικασίες τις γνωρίζω πολύ καλά. Η δήλωση βούλησης υπάρχει στο έγγραφο. Εξουσιοδοτώ τον Α να υπογράψει αντί εμου για τη μεταβίβαση του (κενό) αυτοκινήτου ιδιοκτησίας μου. -ένα απλό παράδειγμα, για να μην πάμε σε έγγραφα ασφαλειών που πέφτουν τα μαλλιά μας. Εσύ το υπογράφεις άμα σου πει δεν ξέρω τον αριθμό, είναι καινούργιο το αυτοκίνητο κτλ???? τα στοιχεία του υπάρχουν στην κορυφή της δήλωσης κανονικά. Απάντησέ μου αν θες φυσικά και μην κάνεις κόπι πάστε που λέει και ένας φίλος τις διοικητικές, σου είπα τις γνωρίζω. Και για  να μην το πηγαίνουμε μακριά, γιατί είμαστε και γέροι άνθρωποι στην ίδια δουλειά 25 χρόνια, αν το υπογράψεις χωρίς να κλείσεις το κενό του ανύπαρκτου αριθμού και το συμπληρώσει αυτός μετά όποτε γουστάρει πριν την κατάθεση στο υπουργείο συγκοινωνιών και μεταφορών ΤΙ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΙΝΑΙ (quiz) σε έγγραφο που υπάρχει η υπογραφή σου????? Πόσο μάλλον δε σε έγγραφο ασφαλιστικών με επιταγές και λεφτά αποζημιώσεων κ.τ.λ. Και μια τελευταία ερώτηση κρίσεως. Αν βρεθείς ποτέ μπροστά στο δικαστήριο σε μελλοντικό χρόνο και ερωτηθείς αν υπέγραψες το έγγραφο, όπως ένας ταλαίπωρος καλός φίλος, άμα στραβώσει κάτι, εσύ θα πεις ότι το σφράγγισες με κενά?? (οι ερωτήσεις είναι ρητορικές για να χαλαρώσουμε!)

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
Υ.Γ.

Ο Σπύρος παραπάνω είναι πέρα από πολύ καλά ενημέρωμένος και πολύ πιο καλά ψαγμένος με την απάντησή του με αυτό που λέει. Διαβασέ το καλύτερα.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 5 ημέρες
Hero
Εγγραφή από: 29/06/2016 - 18:15
Δημοσιεύσεις: 3
Βαθμοί: 309
Εξουσιοδοτώ τον Α να

Εξουσιοδοτώ τον Α να υπογράψει αντί εμου για τη μεταβίβαση του (κενό) αυτοκινήτου ιδιοκτησίας μου

Εδω υπαρχει διχογνωμια αποψεων αναμεσα σε κρατικους υπαλληλους διοτι :
- υπαρχουν εγγραφα του υπουργειου εσωτερικων τα οποια αναφερουν οτι η βεβαιωση του γνησιου υπογραφης ειναι αυτοτελής πρράξη
- υπαρχουν οι διοικητικες διαδικασιες της ελας που προβλεπουν ελεγχο του εγγραφου, αρα ελεγχο της υπαρξης ''πληρους'' βουλησεως
 
στο παραδειγμα σου δεν υπαρχει ''πληρης'' βουληση.
προσωπικα παρολο που ειμαι του λιμενικου και δεν με δεσμευει η διοικητικη διαδικασια της ΕΛΑΣ, θα ελεγα στον ενδιαφερομενο οτι το ''κενο'' στην διατυπωση προκαλει κενο στην ''πληροτητα'' της βουλησης και θα τον καλουσα ειτε να το συμπληρωσει ειτε να το κλεισει
απο εκει και περα ειναι θεμα δικο του και του αποδεκτη της δηλωσης πως θα ερμηνευθει η βουληση
 
το απαντησα και στο πρωτο μου σχολιο οτι ειμαι αντιθετος με το ''κενο''

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 5 ημέρες
Hero
Εγγραφή από: 29/06/2016 - 18:15
Δημοσιεύσεις: 3
Βαθμοί: 309
Normal

Normal
0

false
false
false

EL
X-NONE
X-NONE

MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */
table.MsoNormalTable
{mso-style-name:"Κανονικός πίνακας";
mso-tstyle-rowband-size:0;
mso-tstyle-colband-size:0;
mso-style-noshow:yes;
mso-style-priority:99;
mso-style-qformat:yes;
mso-style-parent:"";
mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;
mso-para-margin:0cm;
mso-para-margin-bottom:.0001pt;
mso-pagination:widow-orphan;
font-size:11.0pt;
font-family:"Calibri","sans-serif";
mso-ascii-font-family:Calibri;
mso-ascii-theme-font:minor-latin;
mso-fareast-font-family:"Times New Roman";
mso-fareast-theme-font:minor-fareast;
mso-hansi-font-family:Calibri;
mso-hansi-theme-font:minor-latin;
mso-bidi-font-family:"Times New Roman";
mso-bidi-theme-font:minor-bidi;}

Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων
 
(Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών)
 
 
            Ι.- Έννοιες
            Γνησιότητα υπό στενή έννοια: υποδηλώνει την προέλευση, δηλαδή την κατάρτιση του εγγράφου από τον φερόμενο ως εκδότη του.
            Γνησιότητα υπό ευρεία έννοια: συμπεριλαμβάνει εκτός από την προέλευση και το γεγονός της μη αλλοίωσης του περιεχομένου του εγγράφου.
            Ο νόμος (ΚΠολΔ) δεν κάνει σχετικές διακρίσεις.
Οι περί γνησιότητας-πλαστότητας διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται κατ’ εξαίρεση και στις εκδηλώσεις της διανοητικής πλαστογραφίας (προκειμένου για δημόσια έγγραφα), μολονότι η παραποίηση δεν αναφέρεται εδώ στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 732/1970, ΝοΒ (1971), 314, ΕΕΝ (1971), 182, ΑΠ 753/1970, ΝοΒ (1971), 328, ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 63-64, σημ. 19, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542 και 545. Βλ. όμως αντίθ. ΑΠ 228/1970, ΝοΒ (1970), 955). Πάντως, η ψευδής βεβαίωση γεγονότων σε ιδιωτικό έγγραφο δεν συνιστά πλαστογραφία (βλ. ενδ. ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 800).
 
            ΙΙ.- Η γνησιότητα των εγγράφων
            Ημεδαπά δημόσια έγγραφα
Στα ημεδαπά δημόσια έγγραφα ο ΚΠολΔ απονέμει τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ), που καλύπτει τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τους. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, αλλά μόνη δυνατότητα «ανταπόδειξης» εναντίον του προβλέπεται η προσβολή του ως πλαστού.
 
Ιδιωτικά έγγραφα
            Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν συνοδεύονται από αντίστοιχο τεκμήριο γνησιότητας (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 915/2011, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 575/2010, ΝοΒ (2010), 2063 (περίλ.), ΑΠ 72/2008, ΝοΒ (2008), 2408, ΕλλΔνη (2008), 1024, ΕφΑΔ (2008), 582, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΕφΘεσ 1440/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 748, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ 1627/1982, ΕΕμπΔ (1983), 278). Αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους, ο διάδικος που τα επικαλείται και τα προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει, ανεξάρτητα από το είδος του εγγράφου, το πρόσωπο (διάδικο ή τρίτο) από το οποίο προέρχεται (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, ό.π., ΑΠ 915/2011, ό.π., ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ΕλλΔνη (2004), 485, ΑΠ 780/1994, ό.π.) ή την εκτίμηση του εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 575/2010, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ό.π., ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ό.π.). Η απόδειξη της γνησιότητας γίνεται με την ίδια διαδικασία με την οποία δικάζεται η επίδικη διαφορά (ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 655/2003, ό.π., ΕφΑθ 67/2012, ΝοΒ (2012), 576, ΕλλΔνη (2012), 840, ΕφΠειρ 1722/1987, ΠειρΝομ (1987), 470, Ι.Τέντες, εις Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 458, αριθ. 2, σελ. 817). Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90). Διαφορετικά (δηλ. αν αμφισβητηθεί η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς αυτή (γνησιότητα) να αποδειχθεί από τον επικαλούμενο το έγγραφο), το ιδιωτικό έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη για το σχηματισμό δικαστικής πεποίθησης (βλ. σχετ. ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 1793/1988, ΕλλΔνη (1991), 94, ΑΠ 566/1981, ΕΕΝ (1982), 320, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 68) ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1517/2013, ΧρΙΔ (2014), 210, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 279/2011, ΝοΒ (2011), 1255, ΑΠ 1254/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1739/2007, ΕΠολΔ (2008), 388, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΑΠ 320/1984, ΑρχΝ (1985), 389, ΑΠ 1211/1975, ΝοΒ (1976), 518, ΕΕΝ (1976), 466, ΑΠ 764/1974, ΝοΒ (1975), 320, ΕφΠατρ 954/2008, ό.π., ΕφΘεσ 1440/2004, ό.π., ΕφΑθ 5408/1982, ΑρχΝ (1984), 153) ή ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1273/1998, ΕλλΔνη (1999), 81, ΑΠ 1323/1996, ΕΕργΔ (1998), 376, ΑΠ 1194/1994, ΕλλΔνη (1996), 86, ΑΠ 933/1987, ΕΕΝ (1988), 436, ΑΠ 320/1984, ΑρχΝ (1985), 389, ΑΠ 681/1981, ΕΕργΔ (1981), 705).
Αν δεν αμφισβητηθεί ή αναγνωριστεί η προέλευσή του, το έγγραφο αυτό θεωρείται γνήσιο (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ) και το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 891/2012, ΕΠολΔ (2013), 60, ΑΠ 780/1994 (: αναγνώριση προέλευσης), ό.π.) και το τεκμήριο αυτό καλύπτει και το (υπερκείμενο της υπογραφής) περιεχόμενό του (άρθρο 457 παρ. 3 ΚΠολΔ), δηλαδή αποκτά «ισχύ δημοσίου» και προσβάλλεται πλέον μόνο ως πλαστό κατ’ άρθρο 460 ΚΠολΔ (ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ό.π., ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1568/2007, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 655/2003, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 780/1994, ό.π., ΑΠ 62/1989, ΕΕΝ (1989), 941, ΕφΘεσ 1067/2010, ό.π., ΕφΘεσ 1445/2009, ΕπισκΕΔ (2010), 137, ΕφΠατρ 954/2008, ό.π., ΕφΠατρ 143/2008, ΕπισκΕΔ (2008), 571, ΕφΑθ 526/2005, ΝοΒ (2005), 1620, ΕφΘεσ 1440/2004, ό.π., ΕφΛαρ 865/2004, ΝοΒ (2005), 912, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 70). Σήμερα, μετά την τροποποίηση του άρθρου 445 ΚΠολΔ με το άρθρο 40 παρ. 2 Ν. 3994/2011, προβλέπεται ρητά ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, εφόσον είναι συνταγμένα με τους νόμιμους τύπους και εφόσον η γνησιότητά τους αποδείχθηκε ή αναγνωρίστηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων (βλ. σχετ. και Γ.Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 308-309). Ως προς τα ιδιωτικά έγγραφα μαρτυρίας, τα οποία περιέχουν απλά πραγματικά γεγονότα και όχι δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, π.χ. εξοφλητικές αποδείξεις, αν η γνησιότητά τους αναγνωριστεί ή αποδειχθεί, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ’ αυτά προέρχεται από τον εκδότη τους, ενώ ως προς το περιεχόμενο στα έγγραφα αυτά, π.χ. εξοφλητικές αποδείξεις, επιβλαβές για τον δανειστή γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα και επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την προσβολή του εγγράφου για πλαστότητα (βλ. έτσι ΑΠ 891/2012, ό.π., ΑΠ 646/2009, ΕλλΔνη (2011), 1610 και 1617, ΑΠ 689/2003, ΕλλΔνη (2004), 156, ΑΠ 400/2002, Ισοκράτης, ΕφΛαρ 147/2007, ΕΕργΔ (2008), 1494).
            Η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου έχει το χαρακτήρα άρνησης (βλ. ενδ. ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 374/1994, ΑρχΝ (1994), 302, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΘεσ 1445/2009, ΕπισκΕΔ (2010), 137, ΕφΠατρ 143/2008, ΕπισκΕΔ (2008), 571, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΘεσ 1477/1987, Αρμ (1988), 998, ΕφΠατρ 27/1976, Αρμ (1976), 345, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 70, σημ. 40, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543-544, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 300).
            Ιδιομορφία: η παράλειψη προβολής αντιρρήσεων για την προέλευση του ιδιωτικού εγγράφου δεν ερμηνεύεται κατ’ ελεύθερη κρίση του δικαστή κατ’ άρθρο 261 εδ. β΄ ΚΠολΔ, αλλά επιφέρει δεσμευτικά τη συνέπεια του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ.
            Η προβολή αντιρρήσεων πρέπει να γίνεται αμέσως (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή κατά τη συζήτηση στην οποία προσκομίζεται το ιδιωτικό έγγραφο διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1517/2013, ΧρΙΔ (2014), 210, ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 718/2010 (: επιτρεπτή η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου με την προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθενται πριν τη συζήτηση, όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων της μετ’ απόδειξη συζήτησης), ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 1754/2007, NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 106/2007, NOMOS, ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 723/2000, ΑρχΝ (2001), 93, NOMOS, ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 511/1995, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 517/1988, ΕλλΔνη (1989), 552, ΑΠ 516/1982, ΝοΒ (1983), 804, ΑΠ 66/1981, ΝοΒ (1981), 1258, ΕφΘεσ 1067/2010 (: κατά τη συζήτηση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων, που κατατίθενται μετά τη συζήτηση), Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391), έστω και εάν αποδεικνύεται παραχρήμα (Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 2, σελ. 815. Βλ. αντίθ. ΕφΠειρ 105/1995, ΕλλΔνη (1995), 1606). Αν το έγγραφο προσκομιστεί με την προσθήκη, προς αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν με τα προτάσεις του αντιδίκου, η άρνηση της γνησιότητας είναι επιτρεπτή κατά τη συζήτηση (προφορικά ή με τις προτάσεις), κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΜονΠρΘεσ 13078/2009, Ισοκράτης, Γ.Νικολόπουλος, δίκαιο αποδείξεως, β΄ έκδ. (2011), σελ. 299, σημ. 111). Ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 238 ΚΠολΔ, κατά την οποία τα αποδεικτικά μέσα προσάγονται με τις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, η προβολή του ισχυρισμού περί αρνήσεως της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει με την προσθήκη στις προτάσεις (Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 299, σημ. 111). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση ιδιωτικό έγγραφο, η αμφισβήτηση της γνησιότητάς του πρέπει να γίνει με το δικόγραφο της ανακοπής, οπότε το βάρος απόδειξης της γνησιότητας φέρει ο καθ’ ου η ανακοπή (βλ. σχετ. και ΑΠ 172/2000, NOMOS, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΠολΠρΑθ 6095/1992, Αρμ (1994), 941). Δεν είναι παραδεκτή η αμφισβήτηση της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο προσκομίστηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1568/2007, ό.π., ΑΠ 106/2007, ό.π., ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΑθ 2960/1979, ΝοΒ (1985), 1371) ούτε με τις προτάσεις επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις (ΕφΑθ 435/1987, ΕΕμπΔ (1988), 289, ΕφΑθ 6233/1985, ΕλλΔνη (1985), 1371).
            Η αμφισβήτηση της γνησιότητας πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 106/2007, NOMOS, ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 200/2001, NOMOS, ΑΠ 723/2000, ΑρχΝ (2001), 93, NOMOS, ΑΠ 511/1995, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΑΠ 797/1989, ΕλλΔνη (1990), 1275, ΕΕΝ (1989), 237, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΑθ 526/2005, ΝοΒ (2005), 1620, ΕφΠειρ 1103/1984 (: όχι απλή επιφύλαξη), ΕπιθΝαυτΔικ (1985), 117). Γίνεται σχετικά δεκτό ότι προκειμένου περί φωτογραφιών, ο ισχυρισμός ότι οι φωτογραφίες δεν εικονίζουν κάποια συγκεκριμένη και κρίσιμη για τη δίκη πραγματική κατάσταση, δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητας, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της φωτογραφίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου (βλ. έτσι ΑΠ 1309/2011, NOMOS).
            Για την αναγνώριση ή την άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1319/2005, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ  6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 4, σελ. 815).
            Η γνησιότητα των ιδιωτικών εγγράφων συνδέεται κατ’ αρχήν με τη διαπίστωση της υπογραφής του εκδότη (βλ. σχετ. 443, 457 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, 160 ΑΚ). Αλλά, περαιτέρω, και τα αναφερόμενα στον τύπο στοιχεία του κύρους ιδιωτικού εγγράφου εξομοιώνονται με την υπογραφή και πρέπει να αποδεικνύονται από εκείνον που το επικαλείται και το προσκομίζει. Αυτό συμβαίνει με την προϋπόθεση της ιδιόχειρης γραφής ολόκληρου του κειμένου της ιδιόγραφης διαθήκης κατ’ ΑΚ 1721 (βλ. σχετ. 459 παρ. 2 ΚΠολΔ «…. του οποίου αμφισβητείται η γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής …») και το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του εγγράφου φέρει ο επικαλούμενος τη διαθήκη (ΑΠ 380/1989, ΕλλΔνη (1990), 530, ΑΠ 180/1981, ΕΕΝ (1982), 905, ΕφΑθ 4754/1986, ΕλλΔνη (1986), 1348, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 72). Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν πρέπει να επεκταθεί και στο στοιχείο της βεβαιότητας της χρονολογίας (π.χ. άρθρα 614-615, 1211 ΑΚ). Εδώ, μολονότι το έγγραφο δεν χάνει την ιδιότητά του ως ιδιωτικού εγγράφου από τη μεσολάβηση δημόσιου λειτουργού (βλ. άρθρο 446 ΚΠολΔ), η ακρίβεια της χρονολογίας (και μόνο αυτή) καλύπτεται από το τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ) και χωρεί μόνο προσβολή του συγκεκριμένου στοιχείου ως πλαστού (Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 73). Το ίδιο και για τη μυστική διαθήκη ως προς την έκθεση μόνο του συμβολαιογράφου (βλ. σχετ. ΕφΘεσ 1635/1973, Αρμ (1974), 277, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 73).
 
            Ειδικότερα: η γνησιότητα στους πιστωτικούς τίτλους
            Η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής στους πιστωτικούς τίτλους εκλαμβάνεται ως ένσταση, κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων του άρθρου 457 ΚΠολΔ, κυρίως για λόγους εξασφάλισης της κυκλοφορίας του τίτλου και προστασίας των συναλλαγών (βλ. ΑΠ 391/1968, ΕΕμπΔ (1968), 600, ΕφΔυτΜακ 122/2009, Αρμ (2010), 1184, ΕφΑθ 3206/2008, ΕλλΔνη (2010), 185, ΕφΑθ 331/2006, ΔΕΕ (2006), 505, ΑρχΝ (2006), 199, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΘεσ 2183/1999, Αρμ (2001), 1375, ΕφΠειρ 1078/1997, ΔΕΕ (1998), 35, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΘεσ 1166/1987, Αρμ (1989), 138, ΕφΑθ 6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, ΕφΘεσ 1477/1987, Αρμ (1988), 998, ΕφΑθ 11316/1986, ΕλλΔνη (1987), 1325, ΕΕμπΔ (1988), 73). Τούτο έχει ως συνέπεια να αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, το οποίο φέρει πλέον όποιος αμφισβητεί την προέλευση του τίτλου (εναγόμενος ή ανακόπτων τη διαταγή πληρωμής). Θεμελίωση του χαρακτήρα αυτού των αντιρρήσεων ως ενστάσεως: Κατά την άποψη της νομολογίας ο χαρακτήρας αυτός θεμελιώνεται συχνά στα άρθρα 7 και 17 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» (ΕφΑθ 6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, ΕφΑθ 636/1979, ΝοΒ (1979), 1317, ΕφΑθ 7512/1974, ΑρχΝ (1976), 65, Αρμ (1975), 456). Από τα άρθρα αυτά, όμως, το πρώτο αναφέρεται απλώς στον προσωποπαγή χαρακτήρα των ενστάσεων ενώ το δεύτερο εισάγει την αρχή του περιορισμού των εκτός τίτλου ενστάσεων. Ορθότερο είναι να θεωρηθεί ότι η θεμελίωση αυτή υπαγορεύεται από τελολογικούς στόχους και έχει καθιερωθεί νομολογιακά (βλ. έτσι ορθά Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 76).
Περαιτέρω, και προκειμένου να ισοσκελιστεί η εύνοια προς τον διάδικο που προσκομίζει τον τίτλο, επιβαρύνοντας τον αντίδικό του με το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, γίνεται δεκτό ότι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι αυστηρές επιταγές του νομοθέτη για το παραδεκτό της ένστασης πλαστότητας (π.χ. υποχρέωση προαπόδειξης, εξοπλισμού του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα κ.λ.π.) ο ισχυρισμός λαμβάνεται τουλάχιστο υπόψη ως παραδεκτή αμφισβήτηση της γνησιότητας, καθώς η τελευταία, εμπεριεχόμενη εννοιολογικά στην πρώτη, δεν συνοδεύεται στο νόμο με αντίστοιχες αυστηρές ρυθμίσεις (βλ. σχετ. ΕφΑθ 331/2006, ΔΕΕ (2006), 505, ΑρχΝ (2006), 199, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΘεσ 2183/1999, Αρμ (2001), 1375, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΚρ 169/1991, ΕλλΔνη (33), 1276, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΘεσ 645/1985, Αρμ (1985), 1073, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 75, σημ. 58. Όχι όμως και αντίστροφα: ΜονΠρΑθ 9121/1981, ΕλλΔνη (1982), 514)
            Η αντιστροφή του βάρους απόδειξης γίνεται δεκτή μόνο εφόσον το έγγραφο έχει το χαρακτήρα αξιογράφου, είναι δηλαδή έγκυρο ως πιστωτικός τίτλος και μάλιστα ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία κρίνεται η εξ αυτού απορρέουσα έννομη σχέση (βλ. έτσι ΠολΠρΛαμ 217/1981 (: αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού από ενοχή θεμελιωμένη σε ισχυρή επιταγή), ΝοΒ (1981), 1433). Εάν, όμως, ο τίτλος είναι άκυρος ως αξιόγραφο, π.χ. επειδή δεν είναι νόμιμα χαρτοσημασμένος, οπότε λαμβάνεται υπόψη ως απλό ιδιωτικό έγγραφο που ενσωματώνει αφηρημένη υπόσχεση χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), υπάρχει επάνοδος στον κανόνα και εφαρμογή του άρθρου 457 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΕφΑθ 1501/1970, Αρμ (1970), 1002, ΠολΠρΗρ 192/1971, Αρμ (1971), 823, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 77, σημ. 66, Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 7, σελ. 816).
 
            ΙΙΙ.- Το ανόθευτο του περιεχομένου
            Έννοια: Το «ανόθευτο» αναφέρεται στη μεταγενέστερη της κατάρτισης παραποίηση του περιεχομένου του εγγράφου. Η νόθευση προϋποθέτει την ύπαρξη γνήσιου εγγράφου, του οποίου προσβάλλεται το περιεχόμενο με τη μεταβολή, προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων (ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 880, ΑΠ 1168/1984, ΠοινΧρ (1985), 245, ΑΠ 992/1979, ΠοινΧρ (1980), 124). Δεν υπάρχει, όμως, νόθευση, εάν η μεταβολή του περιεχομένου του εγγράφου έγινε σύμφωνα με τη θέληση του εκδότη του, ήτοι κατόπιν εντολής ή συναινέσεώς του, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή (βλ. έτσι ΑΠ 1155/1993, ΠοινΧρ (1993), 861, ΑΠ 784/1994, ΠοινΧρ (1994), 775, ΑΠ 223/1982, ΠοινΧρ (1982), 868). Παραποιήσεις αναγόμενες απλά στην υλική υπόσταση του εγγράφου, π.χ. τεμαχισμοί, διατρήσεις κ.ο.κ., κρίνονται κατά τα άρθρα 433-435 ΚΠολΔ, το δε βάρος απόδειξης σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου φέρει ο διάδικος που πρόκειται να το χρησιμοποιήσει στη δίκη (ΑΠ 1697/1984, ΕλλΔνη (1985), 207).
            ***Στην έννοια του εγγράφου κατ’ άρθρο 216 σε συνδ. με το άρθρο 13 περ. γ΄ ΠΚ περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX) όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου (βλ. έτσι ολΑΠ 2/2000, ΕλλΔνη (2000), 289).
            ***Για την έννοια και λειτουργία του ηλεκτρονικού εγγράφου και την αποδεικτική δύναμη μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας βλ. ΔιατΠληρΜονΠρΑθ 1932/2011, ΕΠολΔ (2011), 688 (με παρατ. Γ.Κόντη), ΔιατΠληρΜονΠρΑθ 1327/2001, ΝοΒ (2001), 866, Δ (2001), 457, ΕΕμπΔ (2001), 256, ΔΕΕ (2001), 377).
            Ο νομοθέτης καλύπτει το ανόθευτο του περιεχομένου τόσο των δημοσίων όσο και των (γνήσιων) ιδιωτικών εγγράφων με τεκμήριο αυξημένης ισχύος. Στο περιεχόμενο του εγγράφου περιλαμβάνεται και η χρονολόγησή του∙ επομένως, η αμφισβήτηση της χρονολόγησης του εγγράφου μπορεί να γίνει μόνο με την προσβολή του εγγράφου για πλαστότητα (ΑΠ 1754/2007, NOMOS). Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται αποκλειστικά με την προσβολή των εγγράφων αυτών για πλαστότητα (άρθρο 460 ΚΠολΔ). Ο σχετικός ισχυρισμός έχει το χαρακτήρα ένστασης (ΕφΑθ 266/1998, ΕλλΔνη (1998), 623, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 79, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 544). Ο διάδικος που προβάλλει την πλαστότητα φέρει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του (ΕφΑθ 266/1998, ΕλλΔνη (1998), 623). Το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την πλαστότητα του (δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου), ακόμα και αν αποδεικνύεται από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζεται, εφόσον δεν έχει προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό σχετική ένσταση (βλ. ενδ. ΑΠ 1403/2002, NOMOS).
Ειδικά ως προς τους πιστωτικούς τίτλους και προκειμένου να ισοσκελιστεί η εύνοια προς τον διάδικο που προσκομίζει τον τίτλο, επιβαρύνοντας τον αντίδικό του με το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, γίνεται δεκτό ότι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι αυστηρές επιταγές του νομοθέτη για το παραδεκτό της ένστασης πλαστότητας (π.χ. υποχρέωση προαπόδειξης, εξοπλισμού του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα κ.λ.π.) ο ισχυρισμός λαμβάνεται τουλάχιστο υπόψη ως παραδεκτή αμφισβήτηση της γνησιότητας, καθώς η τελευταία, εμπεριεχόμενη εννοιολογικά στην πρώτη, δεν συνοδεύεται στο νόμο με αντίστοιχες αυστηρές ρυθμίσεις (βλ. σχετ. ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΚρ 169/1991, ΕλλΔνη (33), 1276, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΘεσ 645/1985, Αρμ (1985), 1073, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 75, σημ. 58. Όχι όμως και αντίστροφα: ΜονΠρΑθ 9121/1981, ΕλλΔνη (1982), 514)
 
            Αντισυμβατική συμπλήρωση «λευκού» εγγράφου
            Στα πλαίσια του ποινικού δικαίου (216 ΠΚ) αμφισβητείται εάν η κατάχρηση «λευκής» υπογραφής αποτελεί ειδικότερα μορφή πλαστής κατάρτισης (μάλλον κρατούσα: ΑιτΕκθΣχΠΚ, σελ. 344, ΑΠ 1491/2006, ΠοινΧρ (2007), 640, ΠοινΛογ (2006), 1387, ΑΠ 327/1995, ΠοινΧρ (1995), 711, ΑΠ 1310/1995, ΠοινΧρ (1996), 513, ΣυμβΑΠ 1624/1989, ΠοινΧρ (1990), 797, ΑΠ 88/1982, ΠοινΧρ (1982), 787, ΑΠ 1066/1978, ΠοινΧρ (1979), 219, ΝοΒ (1979), 263) ή νόθευσης εγγράφου (ΑΠ 161/1987, ΝοΒ (1987), 409, ΑΠ 55/1982, ΠοινΧρ (1982), 778, ΑΠ 590/1979, ΠοινΧρ (1979), 691) κυρίως επειδή πριν τη μεταγενέστερη αντισυμβατική συμπλήρωση του κειμένου δεν έχει συντελεστεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η κατάρτιση του εγγράφου. Βέβαια, αν η κατάχρηση αφορά εν μέρει «λευκό», άρα υφιστάμενο έγγραφο, θα πρόκειται για νόθευση (ΑΠ 361/1982, αδημ. σε ΚΠοινΔ Κονταξή (1985), σελ. 1056, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 80, σημ. 76). Πρακτική σημασία της διάκρισης: εάν θεωρηθεί πλαστή κατάρτιση, το βάρος απόδειξης της αντισυμβατικής συμπλήρωσης θα φέρει ο επικαλούμενος το έγγραφο διάδικος, εάν όμως θεωρηθεί νόθευση τότε θα είναι δυνατή μόνο η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, οπότε η απόδειξη θα βαρύνει τον ενιστάμενο.
            Η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, πάντως, δέχεται σταθερά ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση πλαστότητας, συνεπώς ανάγεται ορθά στο χώρο του ανόθευτου και όχι της γνησιότητας (βλ. σχετ. ΑΠ 914/1981, Βασική Νομολογία Α-1182, ΕφΘεσ 331/1990, Αρμ (1991), 131, ΕφΛαρ 147/2007, ΕΕργΔ (2008), 1494, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΑθ 10177/1986, ΕλλΔνη (1987), 881, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 80-81, τον ίδιο, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14. Ειδικά για τη συμπλήρωση «λευκών» πιστωτικών τίτλων: ΑΠ 858/1973, ΠοινΧρ (1974), 93, ΕφΑθ 4213/1981, ΕΕμπΔ (1981), 531, ΕφΑθ 1798/1980, ΕΕμπΔ (1981), 273). Πάντως, μέρος της νομολογίας αρνείται στους «λευκούς» πιστωτικούς τίτλους, που συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα αντίθετα από τα συμφωνηθέντα, το χαρακτήρα της πλαστότητας και προσδίδει στην αμφισβήτησή τους τον ειδικότερο χαρακτήρα της ένστασης αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλιπόντων στοιχείων του τίτλου. Τούτο έχει πρακτική σημασία στα πλαίσια του άρθρου 10 Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» και του άρθρου 13 Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», καθώς η ένσταση αυτή αντιτάσσεται μόνο κατά του κακόπιστου ή του βαριά αμελούς κομιστή. Αντίθετα, η ένσταση πλαστότητας μπορεί να προταθεί και κατά του καλόπιστου κομιστή (βλ. σχετ. ΑΠ 958/1978, ΝοΒ (26), 1405, ΑΠ 839/1994 (: για συναλλαγματική), ΕλλΔνη (37), 150, ΔΕΕ (1995), 71, ΑΠ 1268/1989, ΕλλΔνη (32), 797, ΕφΑθ 6450/1999 (: για συναλλαγματική), ΕλλΔνη (41), 536, ΕφΑθ 10119/1997 (: για συναλλαγματική και επιταγή), ΕλλΔνη (39), 1411. Πλαστός, όμως, θεωρείται ο πιστωτικός τίτλος, για τον οποίο δεν υπάρχει συμφωνία συμπλήρωσής του: έτσι ΑΠ 839/1994, ό.π., ΕφΑθ 6450/1999, ό.π., Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 3, σελ. 819-820).
 
            Άσκηση αυτοτελούς αγωγής προς αναγνώριση της γνησιότητας ή πλαστότητας εγγράφου
            Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 461 και 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πλάι στις ορθόδοξες αναγνωριστικές αγωγές για διάγνωση εννόμων σχέσεων (άρθρο 70 ΚΠολΔ), καθιερώνεται ρητά η δυνατότητα άσκησης αυτοτελούς αγωγής προς διαπίστωση της πλαστότητας εγγράφου (ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 86). Έπειτα, ότι η άσκηση της αυτοτελούς αυτής αγωγής είναι στο ισχύον δίκαιο παραδεκτή, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σύνδεσή της με αγωγή αποζημίωσης κατά του πλαστογράφου (βλ. παλαιότερο δίκαιο άρθρο 456 ΠολΔ/1835). Και τέλος ότι οι ρυθμίσεις των δύο αυτών άρθρων είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, συνεπώς η άσκηση της αυτοτελούς αγωγής δεν είναι δυνατή μόνο υπό τις προϋποθέσεις του καθιερούμενου λόγου αναψηλαφήσεως, μετά δηλαδή της διεξαγωγή της κύριας δίκης, αλλά και πριν ή και κατά τη διάρκεια ακόμα αυτή (ΑΠ 1524/1982, ΝοΒ (1983), 1363, ΕλλΔνη (1983), 786, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 86-87).
            Η άσκηση αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης πλαστότητας εγγράφου είναι παραδεκτή μόνο όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο (ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΕφΑθ 7798/1984, ΕλλΔνη (1985), 483, ΕφΛαρ 315/1975, Δ (1975), 751, ΜονΠρΘεσ 654/1976, Αρμ (1977), 473, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 315. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 87-88, τον ίδιο, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14-15).
            Το άρθρο 463 ΚΠολΔ (υποχρεωτική προαπόδειξη πλαστότητας) είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά μόνο κανόνα αποδεικτικής διαδικασίας. Ο περιορισμός που τάσσεται απ’ αυτόν δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης του εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Όταν, όμως, πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 216, 270, 341 ΚΠολΔ (βλ. ολΑΠ 23/1999, ΕλλΔνη (2000), 29, ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850 επ., ΕλλΔνη (2003), 187, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (42), 493, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 15-18), ενώ το ίδιο γίνεται δεκτό και όταν ο περί πλαστότητας ισχυρισμός προτείνεται με λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 738/2006, ΝοΒ (2007), 883, ΑΠ 922/2002, ΕλλΔνη (2003), 1352, ΕφΘεσ 1038/2008, Αρμ (2009), 389, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (2001), 493, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 317∙ βλ. όμως αντίθ. ΕφΛαρ 368/2002 (: που δέχθηκε περαιτέρω ότι μεταγενέστερη της άσκησης της ανακοπής συμπλήρωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού, με αναφορά και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση της ανακοπής, δεν αίρει το απαράδεκτο του περί πλαστότητας ισχυρισμού), ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (2000), 1687, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382 (με παρατ. Π.Αρβανιτάκη)).
 
            Διαδοχική διεξαγωγή διαδικασιών απόδειξης γνησιότητας και κήρυξης της πλαστότητας για το ίδιο (ιδιωτικό) έγγραφο
            Σε περίπτωση αμφισβήτησης της γνησιότητας του εγγράφου και απόδειξης αυτής διακρίνουμε δύο υποπεριπτώσεις: α) εάν η γνησιότητα αποδείχθηκε με την επισφαλή διαδικασία της παραβολής (άρθρο 459 ΚΠολΔ) προς άλλα γνήσια έγγραφα, τότε επιτρέπεται η προσβολή του ως πλαστού (άρθρο 460 ΚΠολΔ), β) εάν η απόδειξη της γνησιότητας έγινε με μάρτυρες, όρκο (πλέον μετά το Ν. 2915/2001 ο όρκος καταργήθηκε) πραγματογνωμοσύνη ή ομολογία, η μεταγενέστερη προσβολή του στοιχείου της γνησιότητας ως πλαστού αποκλείεται και ο σχετικός περί πλαστότητας ισχυρισμός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 853/1972, ΝοΒ (1973), 316, ΕΕΝ (1973), 217. Το ίδιο και για τις μηχανικές απεικονίσεις: ΑΠ 1975/1984, ΕλλΔνη (1985), 439. Βλ. έτσι και Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 89-90, σημ. 103, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543).
            Σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής κατ’ άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ αναγνώρισης της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι αποκλείεται η μεταγενέστερη προσβολή του ίδιου στοιχείου του εγγράφου για πλαστότητα (ΑΠ 914/1981, Βασική Νομολογία Α-1182, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 314. Βλ. όμως αντίθετα, ότι δηλαδή μόνο η ρητή αναγνώριση της γνησιότητας επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα και όχι η λόγω μη αμφισβήτησης της γνησιότητάς του κατ’ άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 90 επ., τον ίδιο, παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542-543, Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 1, σελ. 819, καθώς και μειοψ. στην ΑΠ 914/1981, ό.π.∙ πρβλ έτσι αντίθ. και ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367).
            Η προσβολή του κατά το τεκμήριο του άρθρου 457 παρ. 3 ΚΠολΔ ανόθευτου του περιεχομένου, είναι κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ πάντοτε δυνατή, ανεξάρτητα εάν αναγνωρίστηκε ρητά ή σιωπηρά η γνησιότητα, εάν προηγήθηκε ή όχι διαδικασία απόδειξής της, καθώς και εάν χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτή μάρτυρες, όρκος ή ομολογία (ΕφΑθ 7338/1998, αδημ., ΕφΑθ 3419/1975, ΝοΒ (1975), 955, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 95-96, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 315, Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 1, σελ. 819). Όπως τα δημόσια έτσι και τα γνήσια ιδιωτικά έγγραφα προσβάλλονται πάντοτε για πλαστότητα του περιεχομένου τους.
 
            Διαδικαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο προβολής της ένστασης πλαστότητας
            Α) Πρόταση του ισχυρισμού σε κάθε στάση της δίκης
            Με τη διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, παρακάμπτονται οι περιορισμοί του συγκεντρωτικού συστήματος (άρθρο 269 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ). Ο προνομιακός αυτός χαρακτήρας συνδέεται πάγια στην πράξη με την ικανότητα του ισχυρισμού να επιτελέσει συγχρόνως με τη δικονομική και την ποινική του λειτουργία ως ιδιόρρυθμο μέσο υποβολής μήνυσης ή έγκλησης. Έτσι, είναι δυνατή η πρόταση του ισχυρισμού και στην κατ’ έφεση δίκη δίχως περιορισμούς, δηλαδή ακόμα και εάν το έγγραφο προσκομίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255, ΕφΘεσ 2193/1987, Αρμ (1988), 439, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 98, σημ. 125). Μπορεί ο ισχυρισμός να προταθεί παραδεκτά και σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμα και όταν προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος για τυπικούς λόγους (π.χ. δεν ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα) (βλ. έτσι ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14). Επίσης, μπορεί ο ισχυρισμός να προταθεί παραδεκτά και με τις προτάσεις ή με την προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθενται κατ’ άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ πριν από τη συζήτηση, όχι όμως με τις προτάσεις που κατατίθενται κατ’ άρθρο 238 ΚΠολΔ μετά τη συζήτηση (ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Π.Αρβανιτάκης, παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ 91996), σελ. 1370, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546). Αν, όμως, το έγγραφο κατατέθηκε στο ακροατήριο, μπορεί η προσβολή του για πλαστότητα να γίνει και με την προσθήκη στις προτάσεις (Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 546). Επίσης, όπου η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, ο περί πλαστότητας ισχυρισμός μπορεί να προταθεί και προφορικά (άρθρο 461 ΚΠολΔ). Παραδεκτά προτείνεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, αλλά μόνο εάν το έγγραφο προσάγεται για πρώτη φορά εκεί (βλ. έτσι ΑΠ 1414/2007, NOMOS, ΑΠ 188/1999, ΕλλΔνη (1999), 1094, ΝοΒ (2000), 633, ΑΠ 406/1993, ΕλλΔνη (1995), 374, ΑΠ 826/1985, ΕΕΝ (1986), 286). Αν, όμως, η πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η ένσταση πλαστότητας πρέπει να υποβληθεί κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίζεται το έγγραφο (βλ. και ΑΠ 31/2006, NOMOS, ΕφΛαρ 865/2004, ΝοΒ (2005), 912, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 546). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής βάσει πιστωτικού τίτλου και προσκόμισης κατά τη συζήτηση από τον καθ’ ου η ανακοπή εγγράφου, που συνιστά την αιτία έκδοσης του πιστωτικού τίτλου, π.χ. δανειακής σύμβασης, ο ανακόπτων παραδεκτά προτείνει την ένσταση πλαστότητας κατά την συζήτηση, ακόμα κι αν δεν κατονομάζει τον πλαστογράφο, αφού η διαταγή πληρωμής δεν στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό (βλ. έτσι ΑΠ 380/2002, Δ (2003), 985).
            Σύμφωνα με την πάγια αρεοπαγιτική νομολογία η ένσταση πλαστογραφίας χάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα του άρθρου 461 ΚΠολΔ όταν δεν είναι αντικειμενικά (π.χ. λόγω παραγραφής του αδικήματος) ή υποκειμενικά (π.χ. εάν απεβίωσε ο δράστης) δυνατό να επιφέρει τα ποινικά αποτελέσματα της μήνυσης (βλ. έτσι ΑΠ 1974/2008 (: παραγραφή αδικήματος), ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 553, ΑΠ 62/1972, ΝοΒ (1972), 622). Στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση πλαστογραφίας υπάγεται κανονικά, όπως και η μη αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο πλαστότητα, στο συγκεντρωτικό σύστημα και πρέπει να προτείνεται κατά τη συζήτηση κατά την οποία για πρώτη φορά προσκομίζεται το έγγραφο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 559, ΕφΚρ 723/1991, Δ (1993), 685, Ι.Τέντες, ό.π.,, υπ’ άρθρο 461, 821). Αν, όμως, προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο διάδικος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο και άρα διαπράττει το αυτοτελές έγκλημα του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει να ισχύσουν αναλόγως όσα ορίζονται για την περίπτωση απόδοσης της πλαστογραφίας σε ορισμένο πρόσωπο (βλ. έτσι ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 553).
            Η άσκηση αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης πλαστότητας εγγράφου είναι παραδεκτή μόνο όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο (ΜονΠρΘεσ 654/1976, Αρμ (1977), 473, ΕφΛαρ 315/1975, Δ (1975), 751, ΕφΑθ 7798/1984, ΕλλΔνη (1985), 483, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 87-88).
 
            Β) Εφοδιασμός του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα
            Η υποχρέωση αυτή, για εφοδιασμό του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα προκειμένου να προσβάλει έγγραφο ως πλαστό, προβλέπεται από το άρθρο 98 περ. β΄ ΚΠολΔ (ΑΠ 1643/1997, ΔΕΕ (1998), 401, ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255, ΕφΘεσ 2427/1992, Αρμ (1992), 1136). Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και στην περίπτωση άσκησης αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης της πλαστότητας του εγγράφου (βλ. έτσι και ΑΠ 683/2013, ΧρΙΔ (2013), 683).
            Η υποχρέωση αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία με βάση το χαρακτήρα της ένστασης πλαστογραφίας ως ιδιόρρυθμου μέσου έναρξης της ποινικής δίωξης. Το άρθρο 98 ΚΠολΔ εκλαμβάνεται ως ειδικότερη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 42 ΚΠοινΔ. Έτσι, η υποχρέωση αυτή αίρεται όταν το αδίκημα της πλαστογραφίας παραγράφηκε (ΕφΘεσ 1069/1977, Αρμ (1978), 490) ή όταν ο πλαστογράφος απεβίωσε (ΑΠ 350/1937, Θ (1938), 95) ή όταν υποβλήθηκε ήδη έγκληση/μήνυση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850, ΕλλΔνη (2003), 187, ΑΠ 7861/1974, ΝοΒ (1975), 192, ΝΔ (1975), 158, ΕφΑθ 7338/1998, αδημ. (παραπέμπεται από Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 6, σελ. 820), ΕφΑθ 7048/1996, ΕλλΔνη (1997), 1669, ΕφΠειρ 955/1996, ΕΕμπΔ (1997), 71, ΕφΑθ 3317/1990, ΕλλΔνη (1991), 150, ΕφΙωαν 101/1982, ΕλλΔνη (1982), 412, ΕφΑθ 1652/1980, ΝοΒ (1980), 856).
            Ρήγμα στη δογματική ταύτιση της δυνάμενης να εκδηλώσει ποινικές συνέπειες ένστασης πλαστογραφίας με την υποχρέωση εφοδιασμού του πληρεξουσίου δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα, προκαλείται από την άποψη ότι η προϋπόθεση του άρθρου 98 ΚΠολΔ ισχύει και για τη μη αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο ένσταση πλαστογραφίας (βλ. έτσι ΕφΘεσ 1709/1999, Αρμ (2000), 1196, ΕφΚρ 723/1991, Δ (1993), 625, ΕφΑθ 181/1983, Αρμ (1984), 463, ΕφΙωαν 101/1982, ΕλλΔνη (1982), 412, ΕφΑθ 9793/1981, ΕλλΔνη (1982), 66. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 100).
            Θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα όταν παρίσταται στο δικαστήριο ο διάδικος και δώσει ειδική εντολή, που καταχωρείται στα πρακτικά (ΕφΑθ 3326/1984 (: μόνη η συμπαράσταση του διαδίκου δεν αρκεί), ΑρχΝ (1984), 536, ΕφΘεσ 1069/1977, Αρμ (1978), 460, ΜονΠρΧαλκ 391/1972 (: δεν αρκεί η απλή υπογραφή των προτάσεων από τον διάδικο), Αρμ (1972), 548, Δ (1972), 388). Μάλιστα, γίνεται δεκτό ότι η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας κατά την άσκηση της έφεσης, με το δικόγραφο της οποίας προτείνεται η ένσταση πλαστότητας, θεραπεύεται με την μεταγενέστερη, αναδρομικώς ενεργούσα, έγκριση της προβολής της ένστασης πλαστότητας, η οποία μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από την αυτοπρόσωπη παράσταση στο ακροατήριο και τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. έτσι ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255). Γενικότερα, γίνεται δεκτό ότι η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και κατ’ επέκταση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, η έγκριση δε αυτή μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς επιφύλαξη ως προς το κύρος των προηγούμενων πράξεων και μάλιστα αδιάφορα αν παρίσταται με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (βλ. έτσι και ΑΠ 683/2013, ΧρΙΔ (2013), 683).
 
            Γ) Υποχρέωση προαπόδειξης
            Η υποχρέωση αυτή καλύπτει και τα δημόσια και τα ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 1047/1993, ΕλλΔνη (1994), 1574, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548).
            Η διαδικαστική ταύτιση της ένστασης πλαστογραφίας με την έγκληση/μήνυση δεν γίνεται δεκτή σε σχέση με την καθιερούμενη από το άρθρο 463 ΚΠολΔ υποχρεωτική προαπόδειξη του ισχυρισμού της πλαστότητας. Δηλαδή, δεν καλύπτεται η έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης για το παραδεκτό του περί πλαστότητος ισχυρισμού από την υποβολή μήνυσης και την αναφορά σ’ αυτή των αποδεικτικών της πλαστότητος εγγράφων και μαρτύρων (βλ. έτσι ΑΠ 470/1972, ΝοΒ (1972), 1289, ΕφΑθ 631/1999, ΕλλΔνη (1999), 1621, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕλλΔνη (1997), 892). Οι μάρτυρες (και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) θα πρέπει να κατονομάζονται ειδικά για την απόδειξη της πλαστογραφίας (ΕφΠειρ 361/1999, ΕΕμπΔ (2000), 323).
            Η υποχρέωση προαπόδειξης του άρθρου 463 ΚΠολΔ ισχύει ανεξάρτητα από το εάν κατονομάζεται ή όχι ο πλαστογράφος, δηλαδή τόσο στις περιπτώσεις του άρθρου 461 ΚΠολΔ όσο και σε εκείνες του άρθρου 464 ΚΠολΔ (ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΕφΑθ 6923/1994, ΕΕμπΔ (1995), 247, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΑθ 3028/1981, Αρμ (1981), 569, ΕφΑθ 9793/1981, ΕλλΔνη (1982), 66, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 102, ο οποίος θεωρεί ότι η υποχρέωση του άρθρου 463 ΚΠολΔ πρέπει να καλύπτει μόνο εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατονομάζεται ο πλαστογράφος).
            Για την απόδειξη της πλαστότητας επιτρέπονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και η εξέταση των διαδίκων (ΕφΘεσ 1709/1999, Αρμ (2000), 1196). Επίσης, η απόδειξη της πλαστότητας όχι μόνο στις ειδικές διαδικασίες, αλλά και στην τακτική διαδικασία μπορεί να γίνει και με μάρτυρες, αφού ο περιορισμός του εμμάρτυρου μέσου αφορά μόνο τις περιπτώσεις του άρθρο 393 ΚΠολΔ (βλ. και Γ.Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 316, σημ. 195).
            Το άρθρο 463 ΚΠολΔ (υποχρεωτική προαπόδειξη πλαστότητας) είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά μόνο κανόνα αποδεικτικής διαδικασίας. Ο περιορισμός που τάσσεται απ’ αυτόν δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης του εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Όταν, όμως, πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 216, 270, 341 ΚΠολΔ (βλ. ολΑΠ 23/1999, ΕλλΔνη (2000), 29, ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850 επ., ΕλλΔνη (2003), 187, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (42), 493, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 15-18), ενώ το ίδιο γίνεται δεκτό και όταν ο περί πλαστότητας ισχυρισμός προτείνεται με λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 738/2006, ΝοΒ (2007), 883, ΑΠ 922/2002, ΕλλΔνη (2003), 1352, ΕφΘεσ 1038/2008, Αρμ (2009), 389, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (2001), 493, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 317∙ βλ. όμως αντίθ. ΕφΛαρ 368/2002 (: που δέχθηκε περαιτέρω ότι μεταγενέστερη της άσκησης της ανακοπής συμπλήρωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού, με αναφορά και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση της ανακοπής, δεν αίρει το απαράδεκτο του περί πλαστότητας ισχυρισμού), ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (2000), 1687, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382 (με παρατ. Π.Αρβανιτάκη)).
 
            Απαράδεκτη προβολή ένστασης πλαστότητας-πότε ερευνάται ως άρνηση γνησιότητας
            Αν ο ισχυρισμός περί πλαστότητας ενός εγγράφου δεν προβλήθηκε παραδεκτά, π.χ. διότι ο δικηγόρος του διαδίκου δεν είχε εφοδιαστεί με ειδικό πληρεξούσιο ή διότι δεν προσκομίζονται τα έγγραφα και δεν αναφέρονται οι μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, πρέπει να ερευνηθεί από το δικαστήριο ο εμπεριεχόμενος εννοιολογικά σ’ αυτόν έλασσων ισχυρισμός της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου. Εννοείται, βέβαια, ότι το αποτέλεσμα αυτό ισχύει μόνο όταν η ένσταση πλαστότητας αφορούσε την γνησιότητα (δηλ. την υπογραφή) ιδιωτικού εγγράφου. Δεν ισχύουν, όμως, τα προαναφερόμενα αν η πλαστότητα αφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου ή αν σχετίζεται με δημόσιο έγγραφο. Για το ζήτημα αυτό στα πλαίσια των πιστωτικών τίτλων βλ. π.π., την αντίστοιχη παράγραφο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ (457 ΚΠΟΛΔ)

ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑ-ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ (460 ΚΠΟΛΔ)

Αφορά την προέλευση των ιδιωτικών εγγράφων από τον φερόμενο εκδότη, δηλαδή μόνο την υπογραφή.

Αφορά τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημοσίων εγγράφων (ειδικά για τα ιδιωτικά έγγραφα αφορά πάντα το ανόθευτο του περιεχομένου, ενώ την προέλευσή του μόνο αν αυτή αποδείχθηκε με την επισφαλή διαδικασία της παραβολή (άρθρο 459 ΚΠολΔ) και όχι αν η απόδειξη έγινε με μάρτυρες, όρκο, ομολογία, ούτε εάν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή κατ’ άρθρο 452 παρ.2 ΚΠολΔ αναγνώριση της γνησιότητας (βλ. πάντως αντίθ. γνώμη Π.Αρβανιτάκη, ότι ο αποκλεισμός πρέπει να περιοριστεί μόνο στη ρητή αναγνώριση). Επί δημοσίων εγγράφων η ένσταση πλαστότητας μπορεί να αφορά την εκ μέρους του συντάκτη-εκδότη τους βεβαίωση ψευδών γεγονότων (διανοητική πλαστογραφία).

Ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά άρνηση και το βάρος απόδειξης της γνησιότητας φέρει αυτός που προσκομίζει το έγγραφο (εξαίρεση στους πιστωτικούς τίτλους, όπου αντιμετωπίζεται ως ένσταση).

Αποτελεί πάντοτε ένσταση και το βάρος απόδειξης της πλαστότητας φέρει αυτός που την επικαλείται.

Προτείνεται «αμέσως» κατά τη συζήτηση που προσκομίζεται το έγγραφο.

Προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης μόνο όταν κατονομάζεται πλαστογράφος (εξαίρεση: όταν δεν είναι υποκειμενικά ή αντικειμενικά δυνατή η δίωξη του δράστη, π.χ. παραγραφή του εγκλήματος, θάνατος του δράστη).

Αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα.

Απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, εκτός αν υποβλήθηκε έγκληση, ή παραγράφηκε το έγκλημα ή αποβίωσε ο δράστης. Ως ειδική πληρεξουσιότητα νοείται και η παράσταση του διαδίκου και η δήλωσή του-εντολή που καταχωρίζεται στα πρακτικά (δεν αρκεί απλή συμπαράσταση ή συνυπογραφή των προτάσεων).

 

Υποχρέωση προαπόδειξης.

 
 
 

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 5 ημέρες
Hero
Εγγραφή από: 29/06/2016 - 18:15
Δημοσιεύσεις: 3
Βαθμοί: 309
το παραπανω κειμενο για

το παραπανω κειμενο για κατεβασμα
https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=2&ved=2ahUKEwiK36bf5YXdAhUuxIUKHTv2B1EQFjABegQICRAC&url=https%3A%2F%2Fwww.dstripolis.gr%2Fsites%2Fdefault%2Ffiles%2F-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9-%25CF%2580%25CE%25BB%25CE%25B1%25CF%2583%25CF%2584%25CF%258C%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2584%25CE%25B1-%25CE%25B9%25CE%25B4%25CE%25B9%25CF%2589%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25BA%25CF%258E%25CE%25BD-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9-%25CE%25B4%25CE%25B7%25CE%25BC%25CE%25BF%25CF%2583%25CE%25AF%25CF%2589%25CE%25BD-%25CE%25B5%25CE%25B3%25CE%25B3%25CF%2581%25CE%25AC%25CF%2586%25CF%2589%25CE%25BD-%25CE%25A6%25CE%25B5%25CE%25B2%25CF%2581%25CE%25BF%25CF%2585%25CE%25AC%25CF%2581%25CE%25B9%25CE%25BF%25CF%2582-2015.doc&usg=AOvVaw0prTjK4Im2moZfaKkKUI1o

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
To "χωρίς να περιλαμβάνεται

To "χωρίς να περιλαμβάνεται και η δήλωση της βούλησης αυτού ή άλλο στοιχείο προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία" δεν καλύπτει αυτό που ρωτάς? Προφανώς δεν έχω καταλάβει εγώ τι ρωτάς φίλε μου και φυσικά δεν έχω αντιληφθεί αν εν τέλει ρωτάς ή απλά έγραψες ένα κείμενο για να το υποστηρίξεις ως προς την ορθότητά του. Για μένα πλήρης βούληση δεν είναι μόνο το γεγονός οτι εξουσιοδοτώ συγκεκριμένο άνθρωπο να κάνει συγκεκριμένη ενέργεια αλλά πρέπει να περιλαμβάνεται και το αντικείμενο στο οποίο αφορά η συγκεκριμένη ενέργεια. Και προφανώς και για σένα το ίδιο ισχύει, οπότε δεν καταλαβαίνω ποιά είναι η ένστασή σου απέναντί μου. Θεώρησες υπόδειξη προσβλητική την παραπομπή στο εγχειρίδιο ή πολύ "λίγο" το εγχειρίδιο ? Μα ο αστυνομικός αυτό έχει στα χέρια του, δεν έχουν όλοι πρόσβαση σε νομολογία , νομικούς και βιβλία. Αυτό έχουν ως μπούσουλα. Εδώ τυχαίνει να το εφαρμόζουμε (κι ας είναι επικίνδυνο που λέει ο Σπύρος και ίσως έχει δίκιο) μιας και οι άνθρωποι που το γράψανε έχουν τελειώσει και μια νομική σχολή σε αντίθεση με εμάς που απο ανάγκη μαθαίνουμε όσα μπορούμε τέλος πάντων, και δε μας έχει δημιουργήσει προβλήματα. Η περίπτωση στην οποία αναφέρεσαι μας έχει τύχει, την έχουμε χειριστεί με βάση τα όσα γράφει το αρχηγείο στο εγχειρίδιο και όλα οκ. Τώρα , η ερώτησή σου ίσως εν τέλει ήταν ρητορική και την ανέβασες απλά για συζήτηση ή δεν έχει καμία σχέση με τη διοικητική φύση του θέματος που αναφέρεσαι αλλά με την τυχόν ποινική. Αν αυτό συμβαίνει , τότε, προφανώς αντιλήφθηκα λάθος, εξαρχής, το τι ρωτάς.
Εγώ ΔΕΝ θα το έκανα. Δεν θα βεβαίωνα γνήσιο υπογραφής. (για να απαντήσω κι όλας στο ερώτημα όπως το έχω αντιληφθεί). Θα αιτιολογούσα την άρνησή μου ακριβώς όπως αναφέρει ο Σπύρος και ΔΕΝ θα το έκανα. Αυτό για την περίπτωση των πινακίδων κυκλοφορίας. Για την περίπτωση της ασφαλιστικής δεν μου έχει τύχει και δεν το έχω ψάξει.

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 2 μήνες 2 εβδομάδες
Elite Member
Εγγραφή από: 09/07/2012 - 23:43
Δημοσιεύσεις: 6
Βαθμοί: 45
Σωστά

Σωστά σκέφτηκες. Και εγώ για τον ίδιο λόγο δεν το έκανα λοιπόν, ώσπου ο ενδιαφερόμενος πήγε στον ταξίαρχο, ο οποίος πήρε το διοικητή, ο οποίος μου έβαλε χέρι γιατί δεν το έκανα (και μόνον χέρι γιατί αλλιώς θα είχε γίνει ο γ΄παγκόσμιος πόλεμος) και μου είπε ότι ανήκουμε στο υπουργείο εσωτερικών και πρέπει να εναρμονιζόμαστε με τις δικές του κανονιστικές.........και έμεινα μαλάκας.....(που νομίζεις ότι είμαι) και ο τύπος με το γνήσιοξανάρθε για άλλο ένα με άλλον αέρα φυσικά, και φτου απ' την αρχή. Τι άλλα εσείς όλα καλά;

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Τελικά? Τι έγινε?

Τελικά? Τι έγινε?
Κοίτα σε αυτά παίζει ρόλο το πόσο σίγουρος είσαι για την άποψη που έχεις. Προσωπικά όταν είμαι σίγουρος δεν κάνω πίσω. Πράξη που θεωρώ οτι είναι μη νόμιμη δεν θα την κάνω κι ας πάρω εντολή (προφορική) απο τον Ταξίαρχο. Το γνήσιο μπορεί να το κάνει και ο Ταξίαρχος. Ας το κάνει. Σε αντίστοιχη περίπτωση όπου ήμουν αντίθετος με τις (προφορικές πάντα) εντολές έκανα σχετική αναφορά με την άποψή μου ως προς το χειρισμό με βάση τη νομοθεσία , τη νομολογία κλπ. και η αναφορά μου έλαβε μορφή αστεροειδή που απειλούσε τη Γη. Προφορικά μπορεί να γίνονται πολλά μιας και το "είπα - ξείπα" είναι πανεύκολο και δεν αφήνει ίχνη. Το γραπτό όμως ....
Ο νομοθέτης όταν έχει στο μυαλό του τον αστυνομικό, δεν φαντάζεται τον φτασμένο νομικό που για κάποιο λόγο ξέπεσε στην Αστυνομία. Γνωρίζει οτι ο αστυνομικός εφαρμόζει το γράμμα του νόμου , έχει πρόσβαση σε ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ (και όχι πάντα) και όχι σε νομολογία και βιβλία εμβάθυνσης και ανάλυσης και φυσικά δεν περιμένει απο αυτόν οτι πριν εφαρμόσει τη νομοθεσία περί ζώων συντροφιάς (π.χ.) θα καθήσει να κάνει εμβάθυνση, ανάλυση και ερμηνεία των άρθρων του 4039. Θέλει να το εφαρμόσει όπως γράφεται στο πλαίσιο των νοητικών και γνωστικών του δυνατοτήτων πάντα. Υπό αυτό το πρίσμα σε πολλές περιπτώσεις γεννάται η ανάγκη ερμηνείας και καθοδήγησης απο πλευράς Αρχηγείου ώστε να μην κάνουμε λάθη. Τέτοια ανάγκη υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει για το κομμάτι των διοικητικών διαδικασιών (γνήσια υπογραφής, θεώρηση φωτοαντιγράφων κλπ). Αυτό το κομμάτι το αρχηγείο (και ειδικότερα μια ομάδα νομικών που εργάζονται σε εμάς ως ειδικών καθηκόντων) το φρόντισε με ένα συγκεκριμένο εγχειρίδιο. Όσα μπορούσαν και θεώρησαν οτι έπρεπε να γραφτούν ώστε να καθοδηγηθούν οι συνάδελφοι τα έγραψαν (ο,τι προέκυπτε και προκύπτει απο ερωτήματα υπηρεσιών κλπ). Το Αρχηγείο λοιπόν μας καλύπτει με αυτό τον τρόπο. Γιατί τα γράφω όλα αυτά? Γιατί οι προϊστάμενοι των προϊσταμένων μας θεωρούν το Α ως ορθό χειρισμό της υπόθεσής σου και οι αμέσως επόμενοι τους ακυρώνουν με μια αντίθετη εντολή η οποία σαφώς και έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το "βοήθημα" του Αρχηγείου. Άρα που καταλήγεις? Τι έχει περισσότερη βαρύτητα? Η άποψη (προφορική πάντα) του Ταξίαρχου? Ή η "άποψη" (γραπτή) του Αρχηγείου?
Ο,τι και να σου πω, βρέθηκες προφανώς σε δύσκολη θέση, το αντιλαμβάνομαι. Εγώ δεν θα το έκανα και πάλι πάντως και θα αιτιολογούσα την άρνησή μου γραπτώς.
υ.γ. οι Διοικητικές διαδικασίες του Εσωτερικών τι λένε?

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Γενικά, όσο διαβάζω για το

Γενικά, όσο διαβάζω για το θέμα (γνωμοδοτήσεις, εγκυκλίους του Εσωτερικών κλπ) βλέπω οτι σε γενικές γραμμές τείνουν να συμφωνήσουν μεταξύ τους οι απόψεις απλά το Αρχηγείο μας αντιμετωπίζει πιο "φοβισμένα" το θέμα.
Το εσωτερικών στις εγκυκλίους του δεν θεωρεί πρόβλημα το "κενό" στη δήλωση. Γενικά σε όσες εγκυκλίους έχει εκδόσει σχετικά δεν θεωρεί πρόβλημα το κενό και τις διορθώσεις στο έγγραφο (δλδ πρόβλημα που να σε νομιμοποιεί να αρνηθείς τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής). Βέβαια πουθενά δεν μπόρεσα να ξεκαθαρίσω τι ακριβώς εννοεί με τη λέξη "κενό" όταν τη χρησιμοποιεί. Κενό που ΘΑ συμπληρωθεί? Ή κενό ανάμεσα στις λέξεις που ΔΕΝ προορίζεται για συμπλήρωση αλλά ενδεχομένως να προκαλέσει φόβο στον υπάλληλο που βεβαιώνει το γνήσιο οτι "κι αν συμπληρώσει κάτι ο άλλος μετά ανάμεσα στις λέξεις???". Δεν έχω καταλήξει ακόμα και μάλλον δεν θα καταλήξω (εκτός κι αν γνωρίζει κάτι ο Σπύρος ως προς αυτό. Τι εννοεί το Εσωτερικών όταν αναφέρεται σε "κενό" στο έγγραφο?). Απο την άλλη διαβάζοντας αρκετά περί δικαιοπραξιών και δήλωσης βούλησης, εύλογα καταλήγεις στο συμπέρασμα οτι δήλωση πλήρους βούλησης είναι το "Πουλάω στον Γιάννη 400 τεμάχια τσίχλες αντί του ποσού των 10 δραχμών" και όχι το "Πουλάω στον Γιάννη .... τεμάχια τσίχλες αντί του ποσού των ..... δραχμών". Αντίστοιχα το "Εξουσιοδοτώ τον Κώστα για τη μεταβίβαση του με αριθμό κυκλοφορίας (ή πλαισίου) ..............ΙΧΕ αυτ/του ιδιοκτησίας μου στο όνομά του" δεν αποτελεί δήλωση βούλησης ολοκληρωμένη αφού δεν αναφέρει το αντικείμενο που αφορά η δήλωσή του αυτή. Η βούλησή του είναι να μεταβιβασθεί το συγκεκριμένο όχημα. Η εξωτερίκευση της είναι "μισή". Δεν το αναφέρει καν.
Γενικά συμφωνούμε με το εσωτερικών και τις γνωμοδοτήσεις αλλά έχουμε ενισχύσει λίγο την ασφάλεια δίνοντας έμφαση σε συγκεκριμένα πράγματα ή βγάζοντας απ'έξω κάποιες προβλέψεις που ήδη έχει κάνει το εσωτερικών.
Π.χ. "εμείς" λέμε οτι το έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη βούληση και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται ο εξουσιοδοτούμενος, ενώ παράλληλα πρέπει να εξετάζουμε το επιλήψιμο της δήλωσης , χωρίς να κάνουμε αναφορά σε κενά διορθώσεις κλπ, "οι άλλοι" λένε οτι πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη βούληση, να μην εξετάζεται το επιλήψιμο "εκτός εάν...." και χωρίς να ενοχλούν τα τυχόν κενά και διορθώσεις, χωρίς να ξεκαθαρίζουν τι εννοούν κενα (άρα το κενό στο οποίο θα συμπληρωθούν σε μεταγενέστερο χρόνο τα στοιχεία του εξουσιοδοτούμενου δεν ενοχλεί?).
Ο μόνος που έχει δίκιο εδώ είναι ο Σπύρος. Ισχύει το "ναι μεν ΑΛΛΑ". Καλά τα λέμε εμείς υπο ένα συγκεκριμένο πρίσμα "ασφαλείας, καλά τα λένε και οι άλλοι αλλά μάλλον οι άλλοι έχουν περισσότερο δίκιο απο εμάς.
Απλά είναι πιθανότερο - συχνότερο το να εμπλακείς εσύ σε δύσκολη κατάσταση (απο οτι ο υπάλληλος του ΚΕΠ) βεβαιώνοντας το "λάθος" γνήσιο υπογραφής, οπότε είναι μάλλον καλύτερο να σε καθοδηγήσω προς μια ασφαλέστερη κατεύθυνση όπου θα είσαι πιο προσεκτικός και όπου είναι προτιμότερο να ΜΗΝ κάνεις αυτό που πρέπει παρά ΝΑ κάνεις αυτό που δεν πρέπει.
(Λέω τώρα, να'χαμε να λέγαμε. Διαβάζοντας περισσότερο αφενός ξεκαθάρισα πολλά αφετέρου μπέρδεψα άλλα.)

Offline
Τελευταία Επίσκεψη: Πριν από 1 εβδομάδα 10 ώρες
Review Team
Εγγραφή από: 05/12/2013 - 06:40
Δημοσιεύσεις: 9
Βαθμοί: 113
Τώρα που ανήκουμε στο

Τώρα που ανήκουμε στο προστασίας του Πολίτη τι εφαρμόζουμε????? (αστειεύομαι)

Σε σύνδεση τώρα

Είναι εδώ αυτή τη στιγμή 2 χρήστες.