Το έπος της φονικής Τρεμπεσίνας

Το έπος της φονικής Τρεμπεσίνας

Γράφει ο Γιώργος Δ. Παπαδάκης 

Η χιονισμένη κορυφή, αυτή που κρύβεται μέσα στα σύννεφα, είναι η ανθρωποφάγος Τρεμπεσίνα. 

Υψόμετρο 1924. Γενάρης του 41. Χιονοθύελλα. Οι Χανιώτες του 14ου Συντάγματος της 5ης Μεραρχίας είναι στα πόδια του βουνού. Στην κορυφή οι Ιταλοί ΑλπίνοιΚάθετη η βουνοπλαγιά. Άπαρτη. 

«Αδύνατον» αναφωνεί ο Νικόλαος Σπένδος, ο Συνταγματάρχης, στην εντολή «προχωρείτε!». 

Πώς να στείλεις τους στρατιώτες στη σίγουρη σφαγή; 

Πώς να ανεβάσεις 1500 παγωμένους στρατιώτες ακάλυπτους, στην κάθετη, κρυσταλωμένη βουνοπλαγιά, εκεί που δεν γαντζώνει μήτε σίδερο και που τη γαζώνουν τα πολυβόλα; 

Ναι είναι «Αδύνατον». 

«Εγώ παιδιά θα πάω. Κι όποιος θέλει έρχεται. Άμα παγώνουμε εμείς εδώ κάτω, αυτοί εκεί πάνω θα’ χουν γίνει κούτσουρα» 

Τον λένε Ησίοδο.  

Ησίοδο Τσίγκο. Μικρασιάτης από τα Βουρλά. Το μόνο αγόρι της οικογένειας που γλίτωσε  από τους Τσέτες, χάρη σε ένα Τούρκο γείτονα που έκρυψε αυτόν και τη μάνα του σ΄ ένα κάρο. Και βγήκαν στα Χανιά. Εκεί μεγάλωσε. Τώρα, έφεδρος ανθυπολοχαγός, ελλείψει μονίμων, διοικεί τον 11ο Λόχο. 

«Λοιπόν, εγώ πάω» 

-«Μα κ. Ανθυπολοχαγέ ο Συνταγματάρχης δεν το ξέρει 

«Θα του το πούμε άμα φτάσουμε» 

Τον ακολουθούν σαράντα. 

Ανεβαίνουν. Καρφώνουν τις ξιφολόγχες στον πάγο κι ανεβαίνουν. 

Δεν τους χτυπούν τα πολυβόλα.

Μα τους χτυπά πιο άγρια η θύελλα. 

Τους ξυλιάζει τα πόδια και τους αχρηστεύει τα δάχτυλα. Μέχρι και το δάκρυ τους παγώνει. 

Ανεβαίνουν. Από τη μέση κι απάνω κάθε 50 μέτρα χάνουν κι έναν. 

Μα ανεβαίνουν. 

Φτάνουν στο 1924! 

Εφτά κι ένας ο ανθυπολοχαγός οχτώ 

Τα ξυλιασμένα χέρια είναι αδύνατο να περάσουν ξιφολόγχη στα τουφέκια. 

Τις κραδαίνουν σα μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά αμπρί. 

Άδεια! 

Ψυχή ζώσα! 

Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν! 

Κατέβηκαν χαμηλά να σωθούν μέχρι να κοπάσει ο δαίμονας. 

Κονσέρβες, τσιγάρα, σοκολάτες όλα στη θέση τους. Τακτοποιημένα. 

Το ίδιο τα βαριά πολυβόλα και δυο – τρείς μικροί όλμοι. 

«Γυρίστε τα από την άλλη!» φωνάζει ο Ησίοδος. 

«Θα’ ρθούνε το πρωί 

Και έρχονται το πρωί που’ χει πάψει η θύελλα. Τραγουδώντας να ξαναπιάσουνε τα αμπριά τους 

Και τους θερίζουνε τα δικά τους πολυβόλα! 

Όσοι ζούνε το βάζουνε τα πόδια, να ειδοποιήσουν πως την κορφή την πιάσανε οι Έλληνες! 

Μα το ίδιο κάνει κι ο Τσίγκος. Φωνάζει στον γκρεμό, όσοι από τους δικούς του δεν είναι παγωμένοι, να μην ανέβουν. Να γυρίσουν στο Σύνταγμα. Να πουν πως θέλουμε ενισχύσεις στην κορυφή! 

Στο μεταξύ φαίνονται οι Ιταλοί στη βορεινή ρίζα. Δυο ολόκληρα Συντάγματα Αλπινιστών ανεβαίνουν να ξαναπάρουν το βουνό. 

Μα είναι αργά! Ο Παπαστεργίου, ο Μέραρχοςέχει προλάβει να τους ανεβάσει όλους στο βουνό! Ολόκληρη τη Μεραρχία Κρήτης! 

Αριστερά οι Ρεθυμνιώτες του 44ου. Στο Κέντρο οι Χανιώτες του 14ου και δεξιά οι Καστρινοί κι οι Λασιθιώτες του 43ου. 

Οι Ιταλοί δεν είναι δειλοί. Ορμούν. Πιάνονται χέρι με χέρι οι Κρητικοί με τους Τυρολέζους και τα παιδιά από τα Απένινα. 

Γλιστρούν και πέφτουν αγκαλιασμένοι στις παγωμένες χαράδρες και στις τρύπες του βουνού. 

Κοντά δυο μέρες σκοτώνονται, ώσπου το πράμα γίνεται ξεκάθαρο 

Οι Κρητικοί πήραν την Τρεμπεσίνα.* 

 *Την καταπληκτική αυτή φωτογραφία δεν την τράβηξε κάποιος πολεμικός ανταποκριτής. Δεν είναι φωτογραφία προπαγάνδας. Την τράβηξε μια πρωτοπόρος Ελληνίδα φωτογράφος, η Μαρία Χρουσάκη που το ΄40 υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα του Ελληνικού Στρατού. Ανήκει στην συλλογή του Μουσείου Μπενάκη και δημοσιοποείται χάρη στον Βασίλη Χολέβα. 

Είναι Ιταλοί αιχμάλωτοι, πολλοί τραυματισμένοι, με τους Ελληνες φρουρούς τους στην κοιλάδα του Αώου. Στο βάθος η φονική Τρεμπεσίνα.

Πηγή:  ertnews.gr